«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη
Από 28 Μαρτίου 2026 στο Θέατρο Σταθμός







γιατί αγάπησες πολύ
Ο Μάνος Καρατζογιάννης, μετά Το Γάλα, την Κασέτα και το 50 χρόνια, μια νύχτα στο Φεστιβάλ Αθηνών, σκηνοθετεί στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός, έχοντας στη διάθεσή του μια εξαιρετική διανομή και μια δυνατή, δημιουργική ομάδα, το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, εβδομήντα χρόνια μετά τη βράβευση του συγγραφέα με το Βραβείο Ειρήνης.
Το γραμμένο με πόνο, αγάπη και πίστη για τον άνθρωπο έργο του πολυμεταφρασμένου συγγραφέα, που έγινε κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική σειρά, ακόμη και όπερα στο εξωτερικό, αφηγείται μια ιστορία αγάπης και μίσους, θάρρους και εγκαρτέρησης.
Σε ένα χωριό υπάρχει το έθιμο να αναβιώνουν τα Πάθη του Χριστού κάθε επτά χρόνια. Ο παπα-Γρηγόρης με τους προεστούς επιλέγουν τα πρόσωπα που θα λάβουν μέρος. Τον Χριστό θα υποδυθεί ο Μανολιός, ένας απλός βοσκός, ο οποίος μετά την επιλογή του θα αρχίσει να αλλάζει, προσπαθώντας να φτάσει στην απόλυτη ψυχική και σωματική αγνότητα.
Όταν το απόγευμα καταφτάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καθώς διώκονται από τους Τούρκους, οι χωριανοί θα διχαστούν, αφού ο παπα-Γρηγόρης και αρκετοί άλλοι ισχυρίζονται ότι φέρνουν μαζί τους τη χολέρα. Οι μόνοι που θα τους βοηθήσουν είναι ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός, ο Κωσταντής και ο Μανολιός, ο οποίος θα τους υπερασπιστεί μιλώντας για την αξία της αγάπης και τη φιλευσπλαχνία.
Πρόκειται, κατ’ ουσία, για μια ιχνηλάτηση της συναρπαστικής περιπέτειας του χριστιανικού «μύθου», που αποτυπώνει συμβολικά την προαιώνια, θεμελιακή, μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου. Η πρόβα γίνεται παράσταση και η παράσταση μαρτυρία. Γιατί ο ξένος είμαστε εμείς.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Παρά τη θεοκρατική του κοσμοθεωρία, η γραφή του Καζαντζάκη έχει στο κέντρο της τον άνθρωπο, το πνεύμα και τη θυσία. Έννοιες τόσο λησμονημένες, αλλά και τόσο απαραίτητες στις μέρες μας.
Στο συγκεκριμένο, μάλιστα, έργο του, όσο τον ενδιαφέρει εν σμικρώ ο άνθρωπος, άλλο τόσο τον ενδιαφέρει στο σύνολό της η ανθρωπότητα. Κατόρθωσε με τον τρόπο αυτό η φωνή του να ακουστεί πέρα από τη Σαρακήνα και τη Λυκόβρυση, τους τόπους δράσης δηλαδή της μυθοπλασίας του, σε ολόκληρο τον κόσμο.
Κατά τη ρήση «ουδείς προφήτης εν τη πατρίδι αυτού», Ο Χριστός ξανασταυρώνεται δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Νορβηγία και στη συνέχεια στη Γαλλία, ενώ στην Ελλάδα εκδόθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1954. Λόγω της απήχησης που απέκτησε διεθνώς, το έργο του Καζαντζάκη μεταφράστηκε σε τουλάχιστον τριάντα τέσσερις γλώσσες και αποδόθηκε σε ποικίλες εκδοχές.
Το 1957, χρόνο εκδημίας του Καζαντζάκη, ο Τσέχος συνθέτης Bohuslav Martinů το διασκεύασε σε όπερα με τον τίτλο Το ελληνικό πάθος. Την ίδια χρονιά, ο Ζιλ Ντασέν το μεταφέρει στον κινηματογράφο με τον τίτλο Αυτός που πρέπει να πεθάνει. Οι New York Times, στην κριτική τους για το Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (The Greek Passion) τον Ιανουάριο του 1954, υμνούν τον Καζαντζάκη, αναφέροντας ότι πλέον δεν είναι τοπικός ή εθνικός συγγραφέας, αλλά ένας παγκόσμιος καλλιτέχνης.
Ο Derek Carver βάσισε στο ομώνυμο βιβλίο το ραδιοφωνικό θεατρικό του έργο Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην (Not to Send Peace), που ακούστηκε στη συχνότητα του BBC, ενώ διασκευασμένο σε θεατρική παράσταση ανέβηκε στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Νορβηγία, στη Σουηδία και στην Αμερική.
Πριν από εβδομήντα χρόνια, ανέβηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο του Πεδίου του Άρεως από το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η παράστασή μας, σε διασκευή του Νότη Περγιάλη και του Γεράσιμου Σταύρου και σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη. Το 1975 γίνεται τηλεοπτική σειρά στην ΕΡΤ από τον Βασίλη Γεωργιάδη. Τελευταίο θεατρικό ανέβασμα στην Αθήνα έγινε από τον Κοραή Δαμάτη το 2005.
Μαζί με έναν εξαιρετικό ενδεκαμελή θίασο και μια δυνατή δημιουργική ομάδα, επιχειρούμε να ξαναδιαβάσουμε το Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, δουλεύοντας με περισυλλογή και συλλογικότητα.
Στην καινούργια πρωτότυπη διασκευή, νιώθω πως, πέρα από το πνεύμα του βιβλίου, συνυπάρχουν η νοσταλγία για το χθες — ίσως σ’ αυτό να παίζει ρόλο και η κρητική μου καταγωγή από τη μεριά της μητέρας μου — αλλά και ο θυμός για το σήμερα, μαζί με την έκδηλη αγωνία για το αύριο. Πάντα υπό τη σκιά της απειλής του εμφύλιου πάθους.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της πολύμηνης προετοιμασίας, αισθανθήκαμε να δοκιμάζεται η πίστη μας σε οτιδήποτε. Κι όσο κι αν νιώθαμε την πίστη μας να κλονίζεται, επέστρεφα πάντα στα λόγια του Αλέξη Μινωτή για τον συντοπίτη του Νίκο Καζαντζάκη:
«Έβαλε τον εαυτό του κάτω εξήντα χρόνια μοναξιάς, τον έστιψε, κι έβγαλε την καλύτερη σταγόνα που έχουμε. Κι αν ακόμα αρνηθείς όλο του το έργο, μένει ο ίδιος ο άνθρωπος».
(Αλέξης Μινωτής, Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει, Μετρονόμος 2026)
Έγραψαν για την παράσταση
Η θεατρική διασκευή του Μάνου Καρατζογιάννη είναι άριστη και η σκηνοθεσία του (κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου) σπλαχνική, χωρίς διόλου παραχωρήσεις στο εύκολο. Πιάνει από την κορυφή το «de profundis» του έργου και το ξηλώνει έως κάτω για να αποκαλύψει τι κρύβεται πίσω από το «καταπέτασμα του ναού» που εσχίσθη: ο πόνος του ανθρώπου. Ναός του Θεού είναι ο άνθρωπος.
Η διδασκαλία και εκτέλεση των ρόλων από μια συμπαγή, δεμένη ομάδα ηθοποιών είναι, επίσης, ιδανική. Στον κύριο ρόλο του Μανωλιού ο Μάνος Καρατζογιάννης, με λόγο απλό και κίνηση μετρημένη, δίχως διόλου περιττά θεατρικά στολίδια, φθάνει τον Μανωλιό του σε ένα βάθος απροσμέτρητο μιας αγνής, αθώας ψυχής. Η Έλενα Μαυρίδου παίζει έξοχα, με γνώση και ήθος υποκριτικό, την «αμαρτωλή» του χωριού, -και πάναγνη μαζί- Κατερίνα. Η Ηλέκτρα Γεννατά, αφηγήτρια και χωρική γυναίκα, αυτοσχεδιαστική όπου χρειάζεται, χαμηλών τόνων, είναι πάντα μέσα σε ό,τι κάνει. Ο Θανάσης Χαλκιάς, παπα-Γρηγόρης, αριστεύει στον σχεδιασμό και στην πρωτότυπη απόδοση του «κακού» του έργου. Ο Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπός ως «Γιουσουφάκι», απέριττος. Ο Κώστας Φαλελάκης συνδέει χαρισματικά τους δύο αντιθετικούς του ρόλους, Αγάς και Πατριαρχέας, με ένα αθέατο υπόγειο αιμάτινο νήμα. Ο Βαγγέλης Ζάπας δίνει αδρά την απελπισία του «δασκάλου» που ο ειρηνευτικός του λόγος πέφτει στο κενό. Ο Πάνος Κούλης (Μιχελής) και ο Πολύκαρπος Φιλιππίδης (Γιαννακός) άκρως πειστικοί στους δύο συγγενείς ρόλους. Ο Σπύρος Μαραγκουδάκης είναι ο «παντοτινός δικός μας Ιούδας». Ο Στράτος Χρήστου προσμετρά με ακρίβεια τον φθαρμένο τοκογλύφο χρόνο του γερο-λαδά.
Η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη παίζει τον σημαντικό ρόλο του μετρονόμου. Τα ωραία σκηνικά της Ναταλίας Αστυπαλίτη και της Δήμητρας Σαρρή, τα κοστούμια της Δήμητρας Σαρρή και της Βασιλικής Σύρμα κοσμούν τη παράσταση. Οι υποβλητικοί φωτισμοί του Λάμπρου Παπούλια αποτελούν οργανικό μέρος της.
Λέανδρος Πολενάκης, Εφημερίδα Αυγή
https://www.avgi.gr/politismos/521723_o-xenos-eimaste-emeis
Κι όμως αυτό το δεύτερο ανέβασμα του «Χριστού», μέσα σε λίγες ημέρες από την πρεμιέρα του, αποτελεί ήδη θέμα συζήτησης στα θεατρικά δρώμενα της πόλης. Είναι ήδη σταθμός για το ελληνικό θέατρο ο «Χριστός» του Νίκου Καζαντζάκη από τον Μάνο Καρατζογιάννη. Μάλιστα η μικρή σκηνή με ένα σκηνογραφικό εύρημα μεταβλήθηκε σε χώρο τεράστιο στον οποίο εξελίσσεται το έργο του Καζαντζάκη. Α… τώρα που είπα Καζαντζάκης σκέφθηκα πως αν αυτός ο κορυφαίος σύγχρονος συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος και δημοσιογράφος παρέδιδε ένα λευκό χαρτί με την υπογραφή του θα άξιζε – και μόνο γι’ αυτή την υπογραφή – να παρουσιάσουν το έργο του στην Επίδαυρο. Στο Αρχαίο Θέατρο. Ευκαιρία λοιπόν αυτό να γίνει το 2027, που συμπληρώνονται 70 χρόνια από τον θάνατό του. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 50 γλώσσες. Τον Καζαντζάκη τον γνωρίζει όλος ο πλανήτης. Ευκαιρία να τον γνωρίσουμε και να τον τιμήσουμε κι εμείς…
Παναγιώτης Μήλας, https://www.catisart.gr https://shorturl.at/vHHns
“Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” του Νίκου Καζαντζάκη στο θέατρο Σταθμός, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη. Είναι η τρίτη παραγωγή δραματοποίησης του περίφημου μυθιστορήματος (με πρώτη το 1956 από το Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, την οποία γνωρίζω – υπάρχει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ) και τη θεωρώ εξαιρετική. Εννοείται ότι ο Μάνος παίζει τον Μανολιό. Έχει ενοφθαλμίσει στοιχεία και από άλλα έργα του Καζαντζάκη και αρκετή από τη φιλοσοφική και μεταφυσική διάσταση που πάντα είναι καζαντζακικό στοιχείο. Ο θίασος είναι εξαιρετικός και παίζει με ένταση και πάθος. Το παρακολούθησα απνευστί κι ας ξέρω περίπου απέξω όλα τα έργα του Καζαντζάκη. Όσοι πιστοί προσέλθετε!!!
Κυριακή Πετράκου, Ομότιμη καθηγήτρια στο Tμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Aθηνών
Μια παράσταση που δεν την παρακολουθείς απλώς αλλά τη βιώνεις: Η παράσταση «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», δεν αναφέρεται μόνο στην πίστη αλλά στον φόβο και τη δύναμη της μάζας, οδηγώντας σε έναν βαθύ, προσωπικό αναστοχασμό. Με εξαιρετικές ερμηνείες, λιτή αλλά ουσιαστική σκηνοθεσία και μια έντονη αίσθηση τελετουργίας, η παράσταση αφήνει έντονο ”αποτύπωμα”. Τελικά… ο «ξένος» είναι πάντα ο άλλος ή μήπως εμείς;
Βαγγέλης Λιακόγκονας, SΚΑΙ.gr
Είδα, στο Θέατρο Σταθμός, την τολμηρή θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του μυθιστορήματος Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη από τον Μάνο Καρατζογιάννη. Η πίστη και η εξουσία του κλήρου, το θρησκευτικό συναίσθημα και ο φόβος, ο ανθρωπισμός και η θυσία, χαρακτήρες διεφθαρμένοι και προδοτικοί σε μια πατρίδα ρευστή, χωρίς αυτοπροσδιορισμό, χαρακτήρες αγνοί της ελληνικής υπαίθρου, η συνάντηση της Ανατολής με το συνεκτικό νεοελληνικό φαντασιακό της κοινότητας: ένα έργο που θίγει όλη σχεδόν τη γκάμα των σπουδαίων υπαρξιακών ζητημάτων του τόπου μας στον εικοστό αιώνα, γραμμένο σε μια γλώσσα ιδιότυπη, αναγνωρίσιμη, θεατρικά μεταπλάσιμη, και σε έναν μοναδικό ιστορικό ενεστώτα. (…) Η Ηλέκτρα Γεννατά εξυφαίνει την αφήγηση από την αρχή και μπαίνει δυναμικά στον ρόλο της ανώνυμης Γυναίκας/αφηγήτριας και Γυναίκας/επικεφαλής των προσφύγων. Εξαιρετικός ο Κώστας Φαλελάκης στον ρόλο του αγά που καπνίζει το τσιμπούκι του και πίνει ρακή: ο ξέχειλος, παιδεραστικός του ερωτισμός, ο πόθος του για το Γιουσουφάκι και η πληθωρική του προσωπικότητα αποδίδονται με δυναμισμό και χιούμορ: «Μεγάλος μάστορας είναι ο Αλλάχ, μουρμούρισε συγκινημένος, μεγάλος μάστορας, μερακλής· κόβει το μυαλό του· πώς του ήρθε τώρα κι έκαμε τη ρακή και το Γιουσουφάκι!» Ως Γιουσουφάκι και ως καλλίφωνος ερμηνευτής τραγουδιών εντυπωσιάζει με τη γλυκύτητά του και τη σκηνική του φρεσκάδα ο νέος ηθοποιός Μιχαήλ Εφραίμ Τσούμπος. Στον ρόλο της Κατερίνας η ΄Ελενα Μαυρίδου δίνει μια διάσταση ανάλογη της αείμνηστης Νίκης Τριανταφυλλίδη: το αισθησιακό γρέζι της φωνής της, η σεξουαλικότητα που αναδίδει, αλλά και το αυτοθυσιαστικό πορτραίτο που οικοδομεί στο δεύτερο μέρος της παράστασης είναι αξιοθαύμαστα. Εξίσου πειστικά περνά στους ρόλους της Μαριορής και της Γριάς Μάρθας. Στους ρόλους των προεστών της Λυκόβρυσης, πολύ καλός ο Θανάσης Χαλκιάς (παπα-Γρηγόρης), εξαιρετικός ο Κώστας Φαλελάκης και στον ρόλο του Πατριαρχέα, πολύ καλός ο Βαγγέλης Ζάππας στον ρόλο του Δασκάλου. Τους τρεις νέους χωρικούς (Αποστόλους εντός μύθου) υποδύονται θαυμάσια ο Πολύκαρπος Φιλιππίδης (Γιαννακός), ο Πάνος Κούλης (Μιχελής) και ο Βαγγέλης Ζάππας (Κωνσταντής). Στους ρόλους του γερο Λαδά, του γερο Πανάγου και του γέρου καντηλανάφτη, ο Στρατος Χρήστου. Αρρενωπή και αρκούντως σκληρή η παρουσία του Σπύρου Μαραγκουδάκη στον ρόλο του Παναγιώταρου-Ιούδα. Είναι εντυπωσιακά κάποια ομαδικά «στησίματα» μετωπικά (σαν παλιές φωτογραφίες), όπως και η χορογραφία της Ζωής Χατζηαντωνίου πάνω σε κλασικά κομμάτια που όλοι τραγουδούμε, σε μουσικές επιλογές του Γιώργου Μαυρίδη, πάνω σε απαγγελία χορικού χαρακτήρα της «Ρωμιοσύνης» του Ρίτσου και πάνω στον ρυθμό κάποιων ριζίτικων, που δίνουν τον τόνο της «κρητικής» κοινωνίας που γαλούχησε τον συγγραφέα.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης στον ρόλο του Μανολιού υιοθετεί έναν απόλυτα εσωτερικό τόνο και παραμένει στη σκιά, ενώ σταδιακά γίνεται επικεφαλής της δράσης, ώστε να περάσει στη δύσκολη τιράντα της τελικής κορύφωσης: εδώ έχουμε μια μοναδική περίπτωση δημόσιου λόγου/μανιφέστου που ξεσηκώνει τις μάζες και αφυπνίζει τις συνειδήσεις κατά της εκμετάλλευσης και της αδικίας. Ο Καζαντζάκης είναι ενδιαφέρων γιατί είναι χαώδης, μη κατασταλαγμένος ως προς τις απόψεις, σαφέστατα όμως επαναστατικός ως προς τις δηλώσεις: κατ’ αυτόν, η ηθική είναι ένας σταυρός που καθένας φέρει ατομικά, με την ευθύνη όλη δική του, αντίθετα με τις παραισθήσεις συλλογικότητας του παρελθόντος.
Mε τον εμβόλιμο τίτλο «Αδερφοφάδες» ο σκηνοθέτης κάνει τη σύνδεση με τα ιδεολογικά αδιέξοδα του Εμφυλίου, ενώ με τον τίτλο «Ο τελευταίος Πειρασμός» κάνει ευθεία αναφορά στον αιρετικό χαρακτήρα του όλου καζαντζακικού έργου. Η ευαίσθητη αυτή παράσταση, με μια κινηματογραφική αποτεμάχιση των σκηνών και με συμβολικά «περάσματα» από τη μία στην άλλη, αναδεικνύει την αλληγορική διάσταση του μυθιστορήματος: στην εποχή μας υπάρχει, όπως και σε όλο το παρελθόν μας, παντελής απουσία δικαιοσύνης. Ανεβάζοντας αυτό το έργο εβδομήντα δύο χρόνια μετά την παράσταση του Μάνου Κατράκη, ο Καρατζογιάννης σχολιάζει τον ρόλο του Σφαγίου/Εσταυρωμένου με τον καλύτερο τρόπο: κάθε πρόσφυγας (η κοινότητα των προσφύγων που αποπέμπεται από τον διεφθαρμένο ιερέα), καθένας που συγκρούεται με τον κυρίαρχο Λόγο της εξουσίας (εδώ ο Μανολιός, όπως στον Φτωχούλη του Θεού ο Φραγκίσκος της Ασσίζης), ο αρχετυπικά δίκαιος που αποκλίνει του μέσου όρου, όλοι πατάσσονται ως επικίνδυνοι και απειλητικοί για το status quo των Γραμματέων και των Φαρισαίων της πολιτειακής ηγεσίας.
Η Ναταλία Αστυπαλίτη και η Δήμητρα Σαρρή στα λιτά σκηνικά, η Δήμητρα Σαρρή και η Βασιλική Σύρμα με χιτώνες και κουκούλες διαχρονικές, ο Λάμπρος Παπούλιας με παραμυθικούς φωτισμούς και εναλλαγές σκοταδιών, μια μάσκα του προσώπου του Ιησού πολύ λειτουργική, η κόκκινη κλωστή της ανέμης του παραμυθιού και μια αφήγηση σαν ομηρική, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ο Ερωτόκριτος, λίγα σκαμνιά, μια καμπάνα και ένα βαρύ μαδέρι που παραπέμπει στο Τίμιο Ξύλο: αυτά είναι τα σκηνικά στοιχεία που επιστρατεύει ο σκηνοθέτης στην τίμια αυτή δραματοποίηση του εμβληματικού έργου, που στη συνείδηση του Νεοέλληνα έχει εγγραφεί ανεξίτηλα από την τηλεοπτική σειρά του Νότη Περγιάλη – η εποχή προβολής εκείνης της σειράς ήταν η μεταπολιτευτική εποχή αναζήτησης του «νεοελληνικού εαυτού», ανάκτησης της εμπιστοσύνης στους πολιτειακούς θεσμούς, η αρχή της πολιτικής ρητορείας και του λαϊκισμού, μια εποχή μοναδικά κατάλληλη ώστε ο Έλληνας να οικοδομήσει το φαντασιακό της ταυτότητας που θα τον ακολουθούσε σε όλη τη μελλοντική του πορεία.
Ενώ εκ πρώτης όψεως το κλασικό έργο του Καζαντζάκη παραπέμπει σε ηθογραφία -με όλα τα γνωρίσματα του ωμού ρεαλισμού-, αίφνης αναδύονται εκ του μηδενός κάποια υπερρεαλιστικά και ονειρικά στοιχεία (αυτό το άγνωστο χωριό της Λυκόβρυσης στα βάθη της Μικράς Ασίας, ή το μεταφυσικό σημάδι στο πρόσωπο του Μανολιού), έντονος ερωτισμός (γνώρισμα του νατουραλισμού και του σύγχρονου θεάτρου), ένα έντονο πολιτικό μανιφέστο για τον Σοσιαλισμό (η κατηγορία για τον «Μόσκοβο» και τους «μπολσεβίκους»), καθώς και συνεχή λεκτικά οξύμωρα και αντιθέσεις που δεν ταιριάζουν σε οποιοδήποτε υπαρκτό ελληνόφωνο χωριό της Τουρκοκρατίας. Χωρίς αλλαγή σκηνικού, ο Μάνος Καρατζογιάννης αποτίει φόρο τιμής στην αφηγηματική τεχνική του Καζαντζάκη, εστιάζοντας διαδοχικά στον ένα χαρακτήρα μετά τον άλλο, γεγονός που διευκολύνει τη διανομή πολλών ρόλων σε έντεκα μόνον ηθοποιούς, με χρήση ενός υφάσματος, μιας μάσκας, μια αλλαγή στάσης του σώματος και της φωνής, με μια μικρή μετακίνηση στον χώρο. Η πρόθεσή του είναι σαφώς πολιτική: η συμβολική αυτάρκεια του κειμένου του δίνει το έναυσμα για να μιλήσει για την πανανθρώπινη αδικία, για τη θυματοποίηση των κάθε λογής αθώων ανά τον πλανήτη, γίνεται το εφαλτήριο για να προσδώσει παγκοσμιότητα στον ήδη οικουμενικό λόγο του Καζαντζάκη.
Νίκος Ξένιος | Bookpress.gr| https://shorturl.at/x3Ed2
Γράφει η Ελένη Καζαντζάκη: «Ο παγκόσμιος Τύπος χαιρέτισε σαν αριστούργημα τούτο το μυθιστόρημα, Ο Άλμπερτ Σβάιτσερ (Σ.Σ.: Νόμπελ Ειρήνης το 1952) είπε πως ποτέ του δεν διάβασε κάτι πιο συνταρακτικό. Οι δύο Εκκλησίες, Καθολική και Διαμαρτυρόμενη, το χειροκρότησαν κι ακόμα το συνιστούν στο ποίμνιό τους, Μονάχα η τρίτη αδερφή, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, φωνάζει πως είναι βλάσφημο. Τα χρόνια πέρασαν και πλέον τα βιβλία του Καζαντζάκη βρίσκονται σε κάθε βιβλιοθήκη κάθε σπιτιού της χώρας. Αν έπρεπε να κρατήσουμε μια φράση από το βιβλίο, θα ήταν αυτή: «Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή, βρίσκεται αλάκερος ο Θεός. Και στην πιο μακρινή έρημο μια καλή πράξη έχει τον αντίχτυπό της σε αλάκερη την οικουμένη». Οι σκηνοθεσίες του Μάνου Καρατζογιάννη -τον οποίο το catisart.gr παρακολουθεί από τότε που ξεκίνησε- ζουν στα κύτταρα της ύπαρξής μας, στον ωκεανό της θλίψης και της χαράς, στα λόγια της ποίησης και τις μελωδίες της μουσικής, όπου η ανάμνησή τους συνεχίζει να ρέει σαν κύματα. Ο Μάνος Καρατζογιάννης σκηνοθέτησε την παράστασή του με μια απλή κομψότητα, ήρεμο βάθος και χάρη και με την ευγενική αυτοπεποίθηση που τον διέπει έδωσε σε αυτή τη θεατρική δουλειά του μια αθόρυβα ξεχωριστή σταθερότητα, μια ταπεινότητα και μια ισχυρή αίσθηση ταυτότητας. Έχει προχωρήσει με τον χρόνο και με τις εμπειρίες που φιλότιμα συλλέγει σε ένα σπουδαίο συνδυασμό ολοκληρωμένου στυλίστα θεατρικού σκηνοθέτη όπου δημιουργεί τον δικό του κόσμο αλλά και με το κομμάτι του αφηγητή – ηθοποιού γνωρίζει πώς να δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για την ιστορία. Ως ηθοποιός έχει άρτια άρθρωση, αθλητικότητα, σωστό ρυθμό και έλεγχο αναπνοής. Ποιητής της λεπτότητας, αλλά και της αντοχής, μιας ήσυχης επιμονής που δεν δηλώνει τον εαυτό της, αλλά συνεχίζει, ακόμα και όταν οι συνθήκες δεν το ευνοούν.
«Και εμείς, που είχαμε τόσο ουρανό μέσα μας, ακουμπήσαμε στα μικρότερα πράγματα για να μείνουμε όρθιοι». Η ένταση που διασκορπίζεται ανάμεσα στους ηθοποιούς οι οποίοι πλημμυρίζουν τη σκηνή και στον Μανωλιό – Μάνο Καρατζογιάννη μετατρέπεται σε κάτι άλλο, μια επίμονη ευαισθησία στην απουσία, όχι δραματική, αλλά διαρκή. Πραγματικά αγαπώ τον τρόπο που σκέφτεται ο Μάνος Καρατζογιάννης με εικόνες που δεν επιβάλλονται, αλλά μένουν, τον τρόπο που οι σκηνές του δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, αλλά να εισέλθουν ήσυχα και να μείνουν, τον τρόπο που δεν εξηγεί τον κόσμο, αλλά τον αφήνει να αποκαλυφθεί αργά, σχεδόν χωρίς επιμονή, και σε αυτό υπάρχει κάτι σπάνιο, μια νοημοσύνη που δεν απαιτεί προσοχή, αλλά την κερδίζει με την παρουσία του στη σκηνή και μόνο. Ο διαμερισμός των ιματίων του Χριστού, λίγο πριν τη Σταύρωση. Πίνακας του Ελ Γκρέκο. Αυτό που επίσης μας παρασύρει σε έναν βαθύ στοχασμό για την ηθική και σωματική παρακμή, καθώς και για την απελπισμένη αναζήτηση του ωραίου είναι οι θαυμάσιες ερμηνείες που απολαύσαμε στην παράσταση. Μια παράσταση μεγάλης ομορφιάς, εξίσου συγκλονιστική όσο και ακανθώδης, που υποστηρίζεται από τη θρηνητική μουσική του Γιώργου Μαυρίδη, τη μαγική πλαστικότητα της κίνησης της Ζωής Χατζηαντωνίου, την εικαστικότητα των σκηνικών (Ναταλία Αστυπαλίτη, Δήμητρα Σαρρή), των κοστουμιών (Δήμητρα Σαρρή, Βασιλική Σύρμα) και των μασκών (Μάρθα Φωκά) που συνδύαζαν τον νεορεαλισμό με μια πιο αισθητική προσέγγιση, δημιουργώντας μια «όπερα» της καθημερινότητας. Εξαίρετος ήταν και ο σχεδιασμός φωτισμών του Λάμπρου Παπούλια, που ενίσχυε την αίσθηση πινάκων ζωγραφικής του Ελ Γκρέκο ή του Καραβάτζο.
Κρατώ τα ονόματα των έξοχων ηθοποιών και επιμένω πως πρέπει να τους παρακολουθήσουμε πάλι και πάλι στη σκηνή. Ήταν όλοι τους υπέροχοι: Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Μάνος Καρατζογιάννης, Πάνος Κούλης, Έλενα Μαυρίδου, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς, Στράτος Χρήστου.
Και κάπως έτσι τελείωσαν τα μικρά θαύματα και οι εκπλήξεις αυτής της παράστασης που είδαμε στο θέατρο «Σταθμός» με εκείνη τη μοναδική, ιερή στιγμή, όπου κάποιοι συντετριμμένοι θεατές (εμείς) απέδειξαν ότι κανένας πόλεμος, όσο άγριος κι αν είναι, δεν μπορεί ποτέ να καταστρέψει πλήρως την κοινή μας ανθρωπιά. Και κάθε ιστορία – ακόμα και η πιο δυνατή, η πιο λαμπρή – έχει κάποιον ψύχραιμο νου στο κέντρο, που τα κρατάει όλα ενωμένα.
Η νίκη της συμπόνοιας πάνω στον κυνισμό, της φροντίδας πάνω στην αδιαφορία.
«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη είναι -σχεδόν 50 χρόνια μετά την τηλεοπτική του μετάδοση- μια πράξη βαθιάς νοσταλγίας και σύνδεσης με τις ρίζες μας, σε μια αλλιώτικη εποχή.
Ειρήνη Αϊβαλιώτου, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», μια «όπερα» της καθημερινότητας από τον Μάνο Καρατζογιάννη – Cat Is Art
Το έργο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948) ανήκει στα έργα της ωριμότητας του μεγάλου κρητικού συγγραφέα και συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο επιτυχημένα μυθιστορήματά του. Ο διαχρονικά επίκαιρος Καζαντζάκης θέτει ερωτήματα κι εγείρει προβληματισμούς που συγκλονίζουν και συνταράσσουν ότι απέμεινε ανέπαφο κι αγνό στον ψυχισμό.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης έχει μελετήσει σε βάθος το κείμενο του Κρητικού συγγραφέα κι αποπειράται να προσεγγίσει τους ήρωες με τρόπο λιτό χωρίς να τους αφαιρεί το ακατέργαστο βάθος που είναι και η ουσία της ύπαρξής τους. Διασκευάζει λοιπόν το μυθιστόρημα για τις ανάγκες της θεατρικής σκηνής με υποσκηνές που ομοιάζουν με αυτοτελή επεισόδια όπου μέσα από την κεντρική ιστορία, λέγονται περισσότερες ιστορίες κυρίως υπό μορφή υπαινιγμών. Μπορούμε να κάνουμε λόγο για διπλό εγκιβωτισμό: αρχικά, έχουμε την αναβίωση της ιστορίας των Παθών του Χριστού μέσα από το παιχνίδι της ανάθεσης ρόλων και στη συνέχεια, έχουμε την κυρίως πλοκή όπου παρουσιάζεται υπό το πρίσμα της παράλληλης δράσης, ο ιδεολογικός πόλεμος που συμβαίνει μεταξύ των προσφύγων και των προεστών του χωριού. Πιστεύω πως ο στόχος του ήταν πρωτίστως σαν σκηνοθέτης και ύστερα σαν ηθοποιός να παρουσιάσει την έννοια της Λύτρωσης σαν ένα εγχείρημα ολικής μεταμόρφωσης από πλευράς των ηρώων- σε ασυνείδητο πάντα επίπεδο- σε κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση μιας Αόρατης, άπιαστης Δύναμης που συγγενεύει με το Υπερβατικό, που είναι πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα μα τείνει να νικιέται από τις κατώτερες ανθρώπινες αδυναμίες. Το μέγα ζητούμενο εδώ δεν είναι άλλο από τον αέναο, ασίγαστο, αδιάλειπτο Αγώνα, ο οποίος εκφράζεται μέσα από τις θετικές ποιότητες του χαρακτήρα του Μανωλιού που δεν παύουν όμως να τον καθιστούν τραγική φιγούρα σε μια προδιαγεγραμμένη αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Μανωλιός, εκφωνεί αυτό το τόσο παράδοξο μα και συνάμα γοητευτικό καζαντζακικό Ευαγγέλιο που μέσα από τις αντιφάσεις, επιθυμεί να σταθεί πέρα από τα νοητά σύνορα, σαν άλλος Προφήτης που εκδιώκεται από τον τόπο του, αποτινάσσοντας τα δεσμά της συνήθειας, γενόμενος ένα με το στροβιλισμό του ρυθμού της γης. Με την τοποθέτηση των δραματικών προσώπων σε tableau vivant, μας υποβάλλεται με αριστοτεχνική ακρίβεια η τεχνική του στιγμιότυπου όπου κάθε εικόνα, κάθε φορά που ολοκληρώνει τον εκάστοτε αφηγηματικό κύκλο της, τα δραματικά πρόσωπα «ακινητοποιούνται», ενισχύοντας κατ’αυτό τον τρόπο την επιρροή που φέρει μαζί της η αναλαμπή συνείδησης.
Η Ηλέκτρα Γεννατά λειτουργεί ως ενδοδιηγητική αφηγήτρια και συνάμα ως αυτόπτης μάρτυρας που εξιστορεί τον ρου των γεγονότων ξετυλίγοντας σιγά-σιγά την αιματηρή πορεία των προσφύγων από τον ξεριζωμό στην αναζήτηση νέας πατρίδας, πληρώνοντας βέβαια και το ανάλογο τίμημα. Ο Στράτος Χρήστου αποδίδει στους ρόλους του καντηλανάφτη και του γερο-Λαδά την κουτοπόνηρη οπτική που έχουν οι άνθρωποι που νοιάζονται αποκλειστικά και μόνο για τη διασφάλιση των μικροσυμφερόντων τους μη διστάζοντας να πατήσουν επί πτωμάτων. Οι Βαγγέλης Ζάπας, Πάνος Κούλης και Πολύκαρπος Φιλιππίδης (Δάσκαλος/ Κωνσταντής, Μιχελής, Γιαννακός) κερδίζουν το κοινό με την αμεσότητα της εκφοράς του λόγου, με την αθώα- ανεπιτήδευτη περιέργεια που τους διακατέχει για το Άγνωστο καθώς και με τη νεανική ορμή και την αδέξια θέληση που εκφράζονται μέσα από το συναίσθημα αποδοχής της αλλαγής ως κάτι το αναπόφευκτο μα τόσο απαραίτητο για την ατομική τους εξέλιξη. Ο Κώστας Φαλελάκης ξεχωρίζει για την υποκριτική του δεινότητα αφού αποτυπώνει τόσο στο πρόσωπο του γέροντα Πατριαρχέα όσο και στο πρόσωπο του Αγά, δύο άνδρες υποκινούμενους από τα πάθη τους, που λατρεύουν την τρυφηλή ζωή στο Εδώ και Τώρα, που εξωτερικεύουν τις δικές τους Αλήθειες και συναινούν ως προς την ύπαρξή τους, επιλέγοντας να ζήσουν μια ζωή γεμάτη θέσφατα χωρίς ερωτηματικά και περαιτέρω προβληματισμούς. Ο Σπύρος Μαραγκουδάκης αποδίδει μέσα από το ρόλο του Παναγιώταρου, έναν Ιούδα φερέφωνο που εσωτερικεύει την έννοια του Κακού μέσα από το αρρωστημένο πάθος που τον καταδυναστεύει κι εντέλει τον τυφλώνει ως προς τις τελικές ενέργειες τις οποίες εκτελεί χωρίς να ξέρει την πραγματική αιτιολογία. Η Έλενα Μαυρίδου, άλλοτε ως πέτρα του σκανδάλου (χήρα Κατερίνα), άλλοτε ως μια νέα κοπέλα που βρίσκεται στα πρόθυρα της ανυπαρξίας (Μαριορή) κι άλλοτε ως η γριά υπηρέτρια του Αγά (Μάρθα) εστιάζει με την υποκριτική της προσέγγιση σε διάφορα ηλικιακά στάδια της γυναικείας υπόστασης: από την απελευθερωμένη πλην περιθωριοποιημένη γυναίκα που ξέρει τι θέλει και γίνεται η αιτία απειλής ενός ολόκληρου χωριού σε μια νέα κοπέλα που πρόκειται να χάσει τη ζωή της λόγω μιας ανίατης ασθένειας που την ταλαιπωρεί σωματικά και την καταρρακώνει ψυχικά, φτάνει σε μια γηραιά υπηρέτρια η οποία λόγω ηλικίας κι αντίστοιχης σωματικής διάπλασης δεν έχει τίποτα ν’ αποδείξει κι εκφράζεται χωρίς φόβο και δισταγμό. Ο Θανάσης Χαλκιάς ενσαρκώνει τον χειριστικό ιερωμένο παπα-Γρηγόρη που με τον μακιαβελικό του χαρακτήρα κατορθώνει να μετατραπεί στο πιο μισητό, μοχθηρό κι εκδικητικό πλάσμα που εξωθείται στο κακό από ταπεινά ένστικτα, καταρώμενος χωρίς να τον γνωρίζει, τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Μιχαήλ- Εφραίμ Τσουμπός αν και βουβή παρουσία, μας κερδίζει με τις θλιμμένες εκφράσεις του προσώπου του καθώς και με την ιδιαίτερη χροιά της φωνής του σαν ένα άλλο Γιουσουφάκι που έχει μπλεχτεί στα δίχτυα μιας ακαθόριστης, τυφλής κι αδυσώπητης Μοίρας.
Πολλά θα μπορούσαν ακόμα να ειπωθούν για το έργο του Καζαντζάκη. Είναι αυτό που λένε, αρχή έχει και τέλος δεν έχει καθώς η εργογραφία του βρίθει από συμβολισμούς και πληθώρα νοημάτων. Εμένα όμως με προβλημάτισε το γεγονός ότι η Αλήθεια και το Ψέμα, η αντικειμενική και η φαντασιακή πραγματικότητα συναντιούνται με τρόπο ταιριαστό. Οι ήρωές του απελπισμένοι αλλά κι αδίστακτοι συγχρόνως, διακατέχονται από μια πρωτόγονη δίψα για γνώση κι ελευθερία. Απομονωμένοι, κλεισμένοι στο δικό τους περιχαρακωμένο μικρόκοσμο, ακολουθούν την πορεία τους αδιάφοροι για τις συνέπειες, φτάνοντας πολλές φορές ως το χείλος της αυτοκαταστροφής. Ποιο είναι όμως το αξιοθαύμαστο; Το γεγονός ότι πορεύονται ακάθεκτοι προς το σκοπό που έταξαν οι ίδιοι στον εαυτό τους που δεν είναι άλλος από την ιδεατή μεταφυσική υπερπραγματικότητα. Σέβονται τις ιδέες τους μέχρι να γίνουν ένα με το αβυσσαλέο χάος.
Ελένη Αναγνωστοούλου, ✩ Ένας κύκλος είναι η Λύτρωση: κλείσε τον! «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» στο θέατρο Σταθμός. • Fractal
Γιατί η διασκευή του Μάνου Καρατζογιάννη είναι εξαιρετικά προσεγμένη, διαφυλάττει όλο το πνεύμα του Καζαντζάκη, σκιαγραφεί καθαρά τους ήρωες, αναδεικνύει την πλοκή ενώ η σκηνοθεσία του είναι καθαρή, γρήγορη, εύστοχη. Ο ίδιος κρατά για τον εαυτό του τον ρόλο του Μανολιού με στιβαρότητα. Γιατί έχει έναν εξαιρετικό θίασο ηθοποιών που έχουν στηρίξει αυτή την παράσταση συνόλου υποδειγματικά, που εναλλάσσονται σε ρόλους, ατμόσφαιρες και καταστάσεις χωρίς την παραμικρή δυσκολία. Γιατί η Ελένα Μαυρίδου είναι βαθιά συγκινητική και υπέροχα εύθραυστη. Γιατί η Γυναίκα της Ηλέκτρας Γεννατά κουβαλά τη μνήμη των συλλογικών μας τραυμάτων. Γιατί το Γιουσουφάκι του Μιχαήλ Εφραίμ μας τρυφέρεψε κι εμάς με το τραγούδι του και το φανταστήκαμε στο μπαλκονάκι να μασάει τη μαστίχα του. Γιατί ο Δάσκαλος του Βαγγέλη Ζάπα έχει καθαρότητα και δύναμη μέσα στην αδυναμία του να υψώσει το ανάστημά του στο κατεστημένο ενώ ο Κωνσταντής του φλέγεται να «σωθεί». Γιατί ο Πάνος Κούλης ως Μιχελής διαγράφει με αποφασιστικότητα μια τροχιά ψυχής που παλεύει να κρατηθεί στην ανθρωπιά. Γιατί ο Σπύρος Μαραγκουδάκης στον ρόλο του Ιούδα έφερε τους δαίμονες του επί σκηνής. Γιατί ο Κώστας Φαλελάκης είναι ένας οργισμένος Αγάς γεμάτος ρωγμές ανθρωπιάς, ένας Πατριαρχέας άσπλαχνος, αφιερωμένος στο προσωπικό συμφέρον και ο ίδιος σε μία από τις καλύτερες στιγμές του. Γιατί ο Γιαννακός του Πολύκαρπου Φιλιππίδη είναι μια καθαρή δύναμη. Γιατί ο Παπά-Γρηγόρης του Θανάση Χαλκιά είναι η επιτομή της υποκρισίας. Γιατί ο Γερό Λαδάς του Στράτου Χρήστου φέρνει εξαιρετικά, σχεδόν σπαρακτικά, την τσιγκουνιά – κυρίως – ψυχής.
Ειρήνη Μουντράκη, https://greek-theatre.gr/critique/γιατί-ο-χριστός-ξανασταυρώνεται-στ
Το έργο ανεβαίνει στο θέατρο Σταθμός με έναν εξαιρετικό 11μελή θίασο, όπου έχουν καταφέρει όλοι να βγάλουν τον καλύτερό τους εαυτό ερμηνευτικά.
Νόρα Ράλλη, Εφημερίδα των Συντακτών, 10/04/2026
Ο Μανωλιός, με τα γαλάζια μάτια και τα λυτά ίσια μαλλιά, το αθώο πράο πρόσωπο σαν του Θεανθρώπου (φανταστική η μεταμόρφωση του Μ.Κ.) θα παλέψει μέχρι τέλους για να τους βοηθήσει και μαζί του θα έχει συμπαραστάτες κι άλλους χωριανούς που θα συνταχθούν στο θεάρεστο αυτό έργο, ακόμα και το αρχοντόπουλο του τόπου που δεν θα διστάσει να δωρίσει την περιουσία του πατέρα του μετά τον θάνατο του τελευταίου. Αυτό όμως δεν θα φανεί αρκετό και η θρησκευτική ιστορία που όλοι μας γνωρίζουμε θα επαναληφθεί πανομοιότυπα. (…) Παρότι πασίγνωστο, το έργο αυτό προσωπικά μου ήταν εντελώς άγνωστο. Δεν γνώριζα καν την υπόθεση περιληπτικά, δεν είχα την εμπειρία της θέασής του στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση. Γι’ αυτό και η παρθενική επαφή μαζί του στο θέατρο «ΣΤΑΘΜΟΣ» ήταν συγκλονιστική. Νόμιζα ότι για φέτος είχα δει την καλύτερη παράσταση της χρονιάς μέχρι που απόψε παρακολούθησα το Ο Χριστός ξανασταυρώνεται στο θέατρο Σταθμός. Ό,τι κι αν πει κανείς για (την παράσταση) αυτή θα είναι πολύ λίγο και με τίποτα δεν θα αποτυπώσει επάξια ή έστω αντικειμενικά την αριστουργηματική μεταφορά του κορυφαίου αυτού κειμένου στο θέατρο. Νόμιζα επίσης ότι ο Μάνος Καρατζογιάννης ήταν πιο δυνατός και επιδέξιος στην ιδιότητα του ηθοποιού παρά του σκηνοθέτη μέχρι που απόψε χάρηκα μια δημιουργία χάρμα οφθαλμών και ώτων! Όχι απλά καλοκουρδισμένη όπως συνηθίζουν να λένε πολλοί κριτικοί, καλοφτιαγμένη, καλοστημένη κτλ παράσταση αλλά ένα κόσμημα, μια παρακαταθήκη στο θέατρο, την τέχνη και την κοινωνία. Μια αγαλλίαση… Ένας θίασος διαμάντια όλοι τους, χωρίς καμιά εξαίρεση, τι ερμηνείες, τι υπόκριση, τι ζωντανοί ηθοποιοί με αστείρευτη ενέργεια άσχετα από την ερμηνευτική τους ηλικία και τους ρόλους που έπαιζαν, διαλεχτοί, ξεχωριστοί, με άψογη άρθρωση, τέλεια εκφορά λόγου, πολλαπλές διανομές που τις θεραπεύουν εξίσου καλά, έμεινα άφωνη, δεν ήθελα να τελειώσει. Κι άλλο τόσο να είχε (η παράσταση διαρκεί 130’) θα το έβλεπα με μεγάλη χαρά. Κι ελπίζω να συνεχιστεί και από τη νέα σαιζόν, να προλάβει το κοινό να την βιώσει, διότι έχουμε να κάνουμε με μια σπουδαία θεατρική εμπειρία. Για μένα, εδώ έγκειται η έννοια της υπερπαραγωγής: Όχι στα ακριβά σκηνικά και στις φιοριτούρες μήτε στους εντυπωσιασμούς αλλά στις αυθεντικές ερμηνείες που βγαίνουν μέσα από την ψυχή και στο απίστευτο πλέξιμο των ηθοποιών μεταξύ τους. Όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του κατά τη διάρκεια της παράστασης, παρατηρεί κάτι όμορφο, κάτι επιμελημένο, κάτι ακριβές. Όταν εισήλθαν οι πρόσφυγες στη σκηνή, νόμιζα ότι βλέπω την είσοδο χορού γερόντων αρχαίας τραγωδίας. Πρόκειται για σεμινάριο σκηνοθεσίας – ενορχήστρωσης πολυμελούς θιάσου σε πολλαπλές διανομές, για μια εξαιρετική δουλειά που χαράσσεται στη μνήμη του κοινού. Υπέροχα και τα κοστούμια που φορούσαν όλοι οι ηθοποιοί, τέλειο και το προσωπείο του Χριστού της μοναδικής στο είδος Μάρθας Φωκά. Εύγε σε όλους τους συντελεστές!
Η παράσταση που είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Μάνου Κατράκη, είναι μια συλλογική και υπεύθυνη θεατρική απόδοση του, κυρίως, ανθρώπινου αυτού έργου, και που οι συντελεστές που δημιούργησαν την τωρινή παράσταση του, προεξάρχοντος του Μάνου Καρατζογιάννη, προσέφεραν το μέγιστο δυνατό, με συγκροτημένη σκέψη και με πειθαρχημένη την υποκριτική τους δυναμική.
Γιάννης Γαβρίλης, https://reformer.gr/anafora-sti-parastasi-o-christos-xanastayronetai-toy-nikoy-kazantzaki/
Κι όμως αυτό το δεύτερο ανέβασμα του «Χριστού», μέσα σε λίγες ημέρες από την πρεμιέρα του, αποτελεί ήδη θέμα συζήτησης στα θεατρικά δρώμενα της πόλης. Είναι ήδησταθμός για το ελληνικό θέατρο ο «Χριστός» του Νίκου Καζαντζάκη από τον Μάνο Καρατζογιάννη. Μάλιστα η μικρή σκηνή με ένα σκηνογραφικό εύρημα μεταβλήθηκε σε χώρο τεράστιο στον οποίο εξελίσσεται το έργο του Καζαντζάκη. Α… τώρα που είπα Καζαντζάκης σκέφθηκα πως αν αυτός ο κορυφαίος σύγχρονος συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος και δημοσιογράφος παρέδιδε ένα λευκό χαρτί με την υπογραφή του θα άξιζε – και μόνο γι’ αυτή την υπογραφή – να παρουσιάσουν το έργο του στην Επίδαυρο. Στο Αρχαίο Θέατρο. Ευκαιρία λοιπόν αυτό να γίνει το 2027, που συμπληρώνονται 70 χρόνια από τον θάνατό του. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 50 γλώσσες. Τον Καζαντζάκη τον γνωρίζει όλος ο πλανήτης. Ευκαιρία να τον γνωρίσουμε και να τον τιμήσουμε κι εμείς…
Πρόκειται πραγματικά για μία από τις καλύτερες παραστάσεις που σκηνοθετεί και παίζει τον κεντρικό ρόλο (τον αλαφροΐσκιωτο Μανωλιό) ο ίδιος ο Καρατζογιάννης. Φάνηκε ότι έγινε μία καλή δραματουργική επεξεργασία. Το ότι θεατροποίησε επιτυχημένα ένα ογκώδες κλασικό μυθιστόρημα μόνο σαν άθλος μπορεί να χαρακτηριστεί επίσης. Σκηνική, αλλά λειτουργική λιτότητα, δημιουργία μιας σπάνιας ατμόσφαιρας, μουσικές επιλογές (από ριζίτικα μέχρι τραγούδια των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου) και ένας πολυμελής καλοκουρδισμένος θίασος: Μεταξύ άλλων, ο βετεράνος Στράτος Χρήστου, ο Κώστας Φαλελάκης, η Ηλέκτρα Γεννατά, ο Βαγγέλης Ζάπας, ο Πολύκαρπος Φιλιππίδης, ο Πάνος Κούλης, ο Σπύρος Μαραγκουδάκης και η Έλενα Μαυρίδου. Μια σκέψη μόνο: Η παράσταση κυριολεκτικά σκίζει. Άνθρωποι όλων των ηλικιών – όχι μόνο του χώρου – γεμίζουν το θέατρο κάθε ΠΣΚ. Να γίνεται αυτό στο πλαίσιο μιας στροφής των Νεοελλήνων στα θρησκευτικά έργα; Φυσικά το έργο του Καζαντζάκη με τις αναφορές στους επαναστάτες μπολσεβίκους μόνο «θρησκευτικό» δεν θα το έλεγες, ωστόσο όταν ο υποψήφιος θεατής διαβάσει και μόνο το όνομα «Χριστός», θα σπεύσει να δει το έργο δίχως περαιτέρω αξιώσεις. Ευτυχώς που εδώ είναι τέτοιο το έργο και τέτοια η καλή δουλειά που έγινε απ’ όλους ώστε οι θεατές να βγαίνουν όλοι με το χαμόγελο της ικανοποίησης. Κι αυτό δεν το λες λίγο σε μία περίοδο που, απ’ ότι ακούγεται, δεν πάνε και πολύ καλά οι παραστάσεις από εισπρακτική άποψη.
Αντώνης Μποσκοΐτης, 16/04/2016
Μην το χάσετε! Ευκαιρία να ξαναδιαβάσουμε το βιβλίο, να σκύψουμε πάλι πάνω από τις ματωμένες γραμμές. Μόνον οι πονεμένες ψυχές μεγαλουργούν στον πλανήτη Γαία. “Ο καθείς και τα όπλα του”. Είμαστε οι επιλογές μας. Άριστα εναρμονισμένοι, εκλεκτοί, εξαιρετικοί συντελεστές της παράστασης.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης είναι πραγματικά συγκλονιστικός στον ρόλο του Μανολιού, σε μία από τις πιο ώριμες ερμηνείες του. Δεν επιλέγει μια εύκολη «αγιογραφική» προσέγγιση του προσώπου αλλά χτίζει σταδιακά με εσωτερική ένταση και βαθιά αλήθεια τη μεταμόρφωση ενός απλού ανθρώπου σε πρόσωπο προορισμένο για θυσία. Η σιωπή, το βλέμμα, η λιτότητα των κινήσεών του και η ήρεμη δύναμη της παρουσίας του κάνουν τον Μανολιό του βαθιά ανθρώπινο αλλά και συμβολικό ταυτόχρονα. Δεν «παίζει» τον Χριστό. Τον βιώνει και μαζί του τον βιώνουμε και εμείς οι θεατές.
Ιδιαίτερα δυνατή είναι η στιγμή της παράστασης όταν ο Μάνος Καρατζογιάννης εμφανίζεται κρατώντας στα χέρια του τη μάσκα με το πρόσωπο του Χριστού (κατασκευή μασκών: Μάρθα Φωκά). Ένα σκηνικό εύρημα βαθιά συμβολικό, που αναδεικνύει όλη τη διαδρομή του Μανολιού. Από τον άνθρωπο που επιλέχθηκε να «παίξει» τον Χριστό στον άνθρωπο που τελικά ταυτίστηκε με τη θυσία του. Ο Θανάσης Χαλκιάς ως παπα-Γρηγόρης ενσαρκώνει με ακρίβεια και σκηνική άνεση την εξουσία της θρησκευτικής υποκρισίας, ενώ ο Στράτος Χρήστου ως γερο-Λαδάς αποδίδει με σχεδόν σπαρακτική ένταση και μια δυναμική ερμηνεία την σκληρότητα της ψυχικής και ηθικής τσιγκουνιάς, μόνος του Θεός το χρήμα. Ο Κώστας Φαλελάκης, τόσο ως ο σκληρός Αγάς όσο και ως ο συμφεροντολόγος Πατριαρχέας, φέρνει επί σκηνής πρόσωπα εξουσίας γεμάτα βία, σκληρότητα, αλλά και ρωγμές ανθρώπινης αδυναμίας με μια συγκλονιστική ερμηνεία. Η Έλενα Μαυρίδου, ως Κατερίνα αλλά και στους υπόλοιπους ρόλους που ενσαρκώνει, είναι εξαιρετική με μια ερμηνεία γεμάτη ευαισθησία και ένταση. Καταφέρνει και αποδίδει κάθε πρόσωπο με διαφορετικό βάρος και αλήθεια. Η Ηλέκτρα Γεννατά, ως η Γυναίκα, με αφοπλιστική απλότητα ενσαρκώνει όλους τους ξεριζωμένους ανθρώπους που, ενώ έχουν χάσει τα πάντα, εξακολουθούν να κρατούν την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια και την περηφάνια τους. Η παρουσία της λειτουργεί σχεδόν συμβολικά, κουβαλώντας επάνω της τη μνήμη της προσφυγιάς. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η στιγμή στην αρχή της παράστασης, όταν τραγουδά απόσπασμα από τον «Ερωτόκριτο», δίνοντας από την πρώτη κιόλας σκηνή τον τόνο της βαθιάς λαϊκής και ποιητικής αίσθησης που διατρέχει όλο το έργο. Ο Βαγγέλης Ζάπας, στον διπλό ρόλο του δασκάλου και του Κωνσταντή, ξεχωρίζει ιδιαίτερα. Ως δάσκαλος αποδίδει με σοβαρότητα, ερμηνευτική βαρύτητα και εσωτερική ένταση έναν άνθρωπο που καταλαβαίνει, προβληματίζεται αλλά δεν τολμά να συγκρουστεί ανοιχτά με την εξουσία και το κατεστημένο. Ως Κωνσταντής, όμως, φλέγεται από την ανάγκη της σωτηρίας και της ηθικής αφύπνισης, δίνοντας μια από τις πιο δυνατές και ουσιαστικές παρουσίες της παράστασης. Ο Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπού, ως Γιουσουφάκι, προσφέρει μια ποιητική και τρυφερή παρουσία που λειτουργεί σαν λυρική ανάπαυλα μέσα στη σκληρότητα της αφήγησης. Ο Σπύρος Μαραγκουδάκης χτίζει με δυναμισμό τον ρόλο του ως Ιούδας. Ο Πάνος Κούλης ως Μιχελής και γιος του πλούσιου Πατριαρχέα είναι συγκινητικός και ευαίσθητος. Χαρίζει μετά τον θάνατο του πατέρα του τα κτήματά του στους πρόσφυγες για να μπορέσουν να ζήσουν, γεγονός που προκαλεί την οργή των ευκατάστατων αρχόντων του χωριού. Ο Πολύκαρπος Φιλιππίδης χτίζει με μαεστρία τον ρόλο του ως Γιαννακός.
Ο «Χριστός ξανασταυρώνεται» σε σκηνοθεσία και διασκευή Μάνου Καρατζογιάννη στο Θέατρο Σταθμός δεν είναι απλώς μια θεατρική μεταφορά ενός συγκλονιστικού μυθιστορήματος αλλά μια παράσταση που συνομιλεί ουσιαστικά με το σήμερα. Μέσα από την πίστη, τον φόβο, τη στάση απέναντι στον ξένο και τη δυσκολία της αληθινής αλληλεγγύης, φωτίζει διαχρονικά ερωτήματα που παραμένουν οδυνηρά επίκαιρα. Με έντονη πνευματική δύναμη και σπουδαίες ερμηνείες, η παράσταση του Μάνου Καρατζογιάννη αφήνει έντονο αποτύπωμα και οδηγεί τον θεατή όχι μόνο στη συγκίνηση αλλά και στον προβληματισμό. Γιατί τελικά, ο Χριστός δεν ξανασταυρώνεται μόνο στη σκηνή. Ξανασταυρώνεται κάθε φορά που η κοινωνία επιλέγει τον φόβο αντί για την αγάπη. Και ίσως τότε να καταλαβαίνουμε πως ο ξένος δεν είναι ποτέ μόνο ο άλλος. O ξένος είμαστε εμείς.
Άνοιξη του 2026, 70 χρόνια μετά τον Μάνο Κατράκη, ένας άλλος Μάνος, θα υποδυθεί τον Μανολιό στο Θέατρο Σταθμός. Ο Μάνος Καρατζογιάννης παίρνει το ρίσκο, διασκευάζει και σκηνοθετεί το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” και με θίασο έντεκα ηθοποιών, παρουσιάζει έναν άθλο και μεταμορφώνει τη μικρή σκηνή του Θεάτρου Σταθμός, στη μεγαλύτερη θεατρική μέθεξη που μπορεί να φτάσει η συνάντηση παράστασης και κοινού. Χωρίς υπερβολή, “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” στο Θέατρο Σταθμός, είναι μια εμπειρία που αξίζει να τη ζήσει όποιος αγαπά το καλό και εξελισσόμενο θέατρο. Στο αρχικό άκουσμα ότι “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” η πρώτη αντίδραση ήταν ότι πρόκειται για σκηνική παραδοξολογία. Όμως η πολύμηνη προετοιμασία της παράστασης, δικαίωσε και τους συντελεστές της και τους θεατές που την επιλέγουν να την παρακολουθήσουν. Αξίζει έπαινος στον Μάνο Καρατζογιάννη που τόλμησε σε τόσους δύσκολους καιρούς -όχι μόνο στο θέατρο αλλά στον κόσμο γενικότερα- να διασκευάσει, να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει μαζί με άλλους δέκα ηθοποιούς, το πολυσέλιδο και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, με τέτοια μαεστρία που νιώθεις ότι βλέπεις όχι έντεκα αλλά τριάντα ηθοποιούς στη σκηνή και χωρίς να αφήσει απέξω σχεδόν τίποτα από το βιβλίο, ενώ αλλάζει τον παπά Φώτη σε γυναίκα, δίνοντας μια άλλη διάσταση που ανταποκρίνεται περισσότερο στη σύγχρονη εποχή μας. (…)
Ο Μάνος Καρατζογιάννης κατάφερε να κάνει την παράσταση αληθινό θεατρικό γεγονός. Η φροντίδα του για όλη την παράσταση είναι ολοφάνερη και το αποτέλεσμα είναι λαμπρό. Οι ηθοποιοί (αλφαβητικά) Ηλέκτρα Γεννατά (o πατέρας της συμμετείχε στο σίριαλ του 1975), Βαγγέλης Ζάπας, Μάνος Καρατζογιάννης, Πάνος Κούλης, Έλενα Μαυρίδου, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς και Στράτος Χρήστου, ερμηνεύουν τους ρόλους τους χωρίς ψεγάδι, με θαυμαστή δεξιοτεχνία. Πραγματικό Tour de force! Η συντριβή, η καρτερία, η πίστη, ο σπαραγμός, η ένταση, το συμφέρον, το τσάκισμα, η συγκίνηση, η γραφικότητα, ο φόβος, ο φθόνος, η πάλη, ο πειρασμός, η συγχώρεση, η αυτοθυσία, είναι σε πλήρη αρμονία με την ερμηνεία τους. Αποδίδουν ο καθένας το δικό του μάξιμουμ και όλοι μαζί, τον τόνο και την ατμόσφαιρα που ταιριάζει και αρμόζει στο έργο. Ταλαντούχοι και εξαιρετικοί, αξίζουν πολλά συγχαρητήρια και μπράβο! Στα συν η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη και τα κοστούμια της Δήμητρας Σαρρή και της Βασιλικής Σύρμα.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης πέτυχε πάρα πολλά πράγματα με την παράσταση “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”. Με συγκινητικό, τολμηρό σεβασμό προς την ακεραιότητα του έργου, κατόρθωσε να αναδείξει τα θέματά του, να κλιμακώσει τα επίπεδα, να χαρακτηρίσει τα πρόσωπα, να δικαιώσει τις καταστάσεις τους, με αξιομνημόνευτες τις σκηνικές συνθέσεις με χώρισμα (ή εμπόδιο) ένα ξύλο, σε κάθε στιγμή όπου τα πολλά πρόσωπα του έργου διασταυρώνονται. Σαν ανάγλυφος πίνακας ζωγραφικής τέχνης, “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” στο Θέατρο Σταθμός είναι μία αξιόλογη παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε.
Βασίλης Νάτσιος, https://cosmopoliti.com/tour-de-forcechristos-xanastayronetai-sto-theatro-stathmos/
Η ευαισθησία της σκηνοθετικής ματιάς του Μάνου Καρατζογιάννη, δημιουργεί πάνω στη σκηνή έναν κόσμο αυθεντικά καζαντζακικό, κάτι που με αιχμαλώτισε από το πρώτο λεπτό της παράστασης. Ο σκηνοθέτης μπαίνει στην ψυχή του συγγραφέα κι επικοινωνούν μ’ έναν τρόπο που δεν γνωρίζω αλλά γίνομαι αποδέκτης του αποτελέσματος. Τα σκηνικά των Ναταλίας Αστυπαλίτη και Δήμητρας Σαρρή, είναι λιτά, αποτυπώνοντας την εποχή αλλά και γιατί ο Καζαντζάκης είναι κυρίως Λόγος με αποθηκευμένα μέσα του όλα τα συναισθήματα, το πάθος και τη φιλοσοφία αυτού του Μεγάλου Ανθρώπου.
Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και τα κοστούμια των Δήμητρας Σαρρή και Βασιλικής Σύρμα. Οι φωτισμοί του Λάμπρου Παπούλια, σκοτεινοί στην αρχή, εντείνουν τη λάμψη τους ακολουθώντας την αφύπνιση του Μανολιού κι όσων αγγίχτηκαν από την Χριστική Συνειδητότητα και σκοτεινιάζουν από τις μαύρες διαθέσεις αυτών που κυβερνούν το χωριό, τον τόπο και τον κάθε τόπο αυτού του πλανήτη. Ο Μανωλιός επιλέγεται να αναπαραστήσει τον Χριστό κι ο Μάνος Καρατζογιάννης μεταμορφώνεται εκπληκτικά από το απλό αμόρφωτο αγόρι, σε έναν φάρο φωτός, αγάπης κι ενότητας, σε έναν καθοδηγητή ψυχών, με τα λόγια και τις πράξεις του. Σε μια συγκλονιστική ερμηνεία ο Καρατζογιάννης ενσαρκώνει το όραμα του Καζαντζάκη για τον Νέο Άνθρωπο, που πιστεύω ότι θα είναι και το επόμενο πρότυπο του κόσμου μας, αφού ξεπεράσουμε αισίως την παρούσα δυστοπική κατάσταση. Μαζί του ένα καστ εξαιρετικών ερμηνευτών, που δεν ερμηνεύουν απλά. Γίνονται οι κάτοικοι του χωριού, ενσωματώνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προσώπων του έργου και μας δίνουν ένα αποτέλεσμα άψογο μέσα στην αληθινότητα του. Μερικοί σε πάνω από έναν ρόλους, μεταμορφώνονται θαυμαστά σε κλάσματα του δευτερολέπτου, αλλάζοντας ρούχα και ψυχολογίες. (..) Άξιο εντυπωσιασμού το γεγονός ότι πάνω στη σκηνή επικρατεί ένα χάος λόγω του ύφους του έργου και πίσω από αυτό μια αρμονία λόγω της σκηνοθετικής ευφυίας και με την σημαντική συμβολή της Ζωής Χατζηαντωνίου στην κίνηση. Ατμοσφαιρική η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη, σεβαστική, σαν να συνοδεύει μια ιερή πομπή, παραπέμπει σε περιβάλλον κάποιου από τα ιερά μας αρχαιοελληνικά Μυστήρια. (..) Η παράσταση Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, είναι ένα γλαφυρό ζωντάνεμα του βιβλίου του Καζαντζάκη, γεμάτο σεβασμό κι αυτό είναι που την κάνει μοναδική. Από το πρώτο της λεπτό νοιώθεις σαν να μπαίνεις σε ναό κι αυτό είναι που την κάνει σπουδαία.
Ιερότητα και σεβασμός είναι τα δομικά υλικά της σκηνοθετικής δουλειάς καθώς και οι δυνατοί συντελεστές της. Τα πανανθρώπινα μηνύματα που δίνει είναι σαν σπίθες φωτός μέσα σε χαλεπούς καιρούς και η απεύθυνσή της έχει τεράστια εμβέλεια.
Λένα Σάββα, https://www.xn--mxahi4ajr.gr/eidame/item/6434-eidame-o-xristos-ksanastavronete-sto-theatro-stathmos.html
Η θεατρική μεταφορά του«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»στο Θέατρο Σταθμός, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη, αποτελεί ένα απαιτητικό εγχείρημα που αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και καθαρή πρόθεση. Η σκηνική αφήγηση διατηρεί τη συνοχή της και αποδίδει με σαφήνεια τον πυρήνα του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό της μέσα στην πολυπλοκότητα της ιστορίας. Η παράσταση αναδεικνύει τις βασικές γραμμές των χαρακτήρων και τις μεταξύ τους συγκρούσεις, δίνοντας χώρο στους ηθοποιούς να κινηθούν με μέτρο και συνέπεια. Οι ερμηνείες λειτουργούν υποστηρικτικά προς το σύνολο, χωρίς εξάρσεις, υπηρετώντας τη δραματουργία και το ηθικό βάρος του έργου. Η παρουσία του ίδιου του σκηνοθέτη επί σκηνής εντάσσεται οργανικά στη ροή, χωρίς να διαταράσσει την ισορροπία. Η χρήση ποιητικών κειμένων λειτουργεί ως διακριτικός σχολιασμός και ενισχύει τη θεματική της παράστασης, συνδέοντας το έργο με μια ευρύτερη ελληνική πνευματική παράδοση. Το αποτέλεσμα παραμένει συγκροτημένο, με ρυθμό και εσωτερική συνοχή. Πρόκειται για μια παράσταση που προσεγγίζει με σεβασμό το πρωτότυπο έργο και αναδεικνύει τα διαχρονικά του ζητήματα: την ευθύνη, τη στάση απέναντι στον «άλλο» και τη δυσκολία της ηθικής επιλογής. Μια λιτή και ουσιαστική πρόταση, που απευθύνεται σε θεατές που αναζητούν καθαρό λόγο και σταθερή σκηνική γραφή.
Openmind, https://theatromusicbooks.blogspot.com/2026/04/blog-post_7.html?m=1
Μια παράσταση ουσιαστική και βαθιά ανθρώπινη ζήσαμε την Μ. Τετάρτη στο θέατρο Σταθμός. Η σκηνοθεσία κινείται με λιτότητα και σεβασμό στο κείμενο, αφήνοντας χώρο στους ηθοποιούς να αναδείξουν τα μεγάλα ηθικά διλήμματα του έργου. Οι ερμηνείες κινούνται σε υψηλό επίπεδο, δίνοντας ρυθμό και ένταση, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον ένα δεμένο σύνολο που υπηρετεί με συνέπεια το έργο και αναδεικνύει τη διαχρονική του δύναμη. Μια παράσταση που συνομιλεί με το σήμερα, φωτίζοντας με καθαρότητα τα διαχρονικά ερωτήματα για την πίστη, την ευθύνη και την ανθρωπιά.
Χρυσούλα Ζαφειράκη, crunchynewz.com https://shorturl.at/ErDsL
Η θεατρική διασκευή του Καρατζογιάννη φυλάσσει προσεχτικά το καζαντζακικό πνεύμα και ύφος, διανθίζει με στίχους του Γιάννη Ρίτσου το θεατρικό κείμενο, στοχεύει στα φανερά και κρυμμένα μηνύματα του έργου, τα οποία καταφέρνει να φέρει στο φως δίχως διδακτισμό. Οι βασικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος γίνονται ρόλοι με ολοκληρωμένη προσωπικότητα, η πλοκή ρέουσα, και το κείμενο «ακούγεται» σαν παραμυθένια αφήγηση κάποιας γιαγιάς. Η σκηνοθεσία τουΜάνου Καρατζογιάννηκρατά σταθερό το τέμπο της παράστασης, «περνά» την ατμόσφαιρα της εποχής εντός και εκτός σκηνικού χώρου. Οι φωτισμοί τουΛάμπρου Παπούλιαβοηθούν στο έπακρο στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο Καρατζογιάννης θα αναλάβει τον ρόλο του βοσκού Μανώλη / Χριστού, τον οποίο θα υποδυθεί με ειλικρίνεια ψυχής, χωρίς υπερβολές στις κινήσεις ή στις εκφράσεις του. Δίπλα του η υπέροχηΈλενα Μαυρίδουθα αλλάζει ρόλους με άνεση δίνοντας στον καθένα τους μία ξεχωριστή προσωπικότητα. Η αισθαντική Ηλέκτρα Γεννατάθα μεταμορφωθεί σε φωνή λαού που ζητά δικαιοσύνη και δικαίωση. ΟΘανάσης Χαλκιάς(παπα-Γρηγόρης) ντύνεται τα άμφια της υποκρισίας και του πλουτισμού με απίστευτη άνεση. Η ευλογία του γίνεται κατάρα για τους φτωχούς πιστούς όταν σηκώσουν το ανάστημά τους για να αποκτήσουν δικαίωμα στη ζωή. Ο Κώστας Φαλελάκηςσε υποκριτικό οίστρο, υποδύεται τον Αγά του χωριού με σκληρότητα που «ραγίζει» από ανθρώπινη συμπόνια, όχι όμως αρκετή για να είναι και δίκαιος, καθώς και τον άκαρδο Πατριαρχέα που ενδιαφέρεται μόνο για το χρήμα και τη βολή του. Ο Βαγγέλης Ζάπας θα καταφέρει να βρει την εσωτερική ισορροπία που απαιτείται ανάμεσα στον αδύναμο δάσκαλο να παλέψει για το δίκαιο και τον Κωνσταντή που ατενίζει την ελευθερία ανέλπιδα. Οι Πάνος Κούλης, Σπύρος Μαραγκουδάκηςκ αι Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Μιχελής, «Ιούδας» και Γιαννακός, δυναμικές παρουσίες επί σκηνής, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, άρτιες ερμηνείες. Ο γερό-Λαδάς του Στράτου Χρήστου είναι η προσωποποίηση της τσιγκουνιάς και της κουτοπονηριάς. Το τρυφερό Γιουσουφάκι του Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπού είναι μία σταγόνα ευαισθησίας και ανθρωπιάς μέσα στην τόση ασχήμια. Η σκηνογραφία των Ναταλίας Αστυπαλίτη και Δήμητρας Σαρρή είναι λιτή αλλά λειτουργική και εξυπηρετική για την εύκολη αλλαγή των τόπων δράσης. Τα κοστούμια των Δήμητρας Σαρρή και Βασιλικής Σύρμα είναι εμπνευσμένα και απόλυτα ταιριαστά στις ενδυματολογικές επιταγές της εποχής. Η διδασκαλία της κίνησης από τη Ζωή Χατζηαντωνίου βοήθησε τους έντεκα ηθοποιούς να «γεμίζουν» τον περιορισμένο σκηνικό χώρο χωρίς να γίνεται συνωστισμός, να «αισθάνονται» άνετα και να εκφράζονται ελεύθερα. Η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη θα αναδείξει το μυστηριακό στοιχείο του έργου και παράλληλα, θα τονίσει την έντονη συναισθηματική φόρτιση των χαρακτήρων. Η μάσκα της Μάρθας Φωκά με το πρόσωπο του Ιησού, εμπνευσμένη από βυζαντινή αγιογραφία, θα μας τονίσει πόσο προσεγμένη είναι η παράσταση στην κάθε λεπτομέρειά της. Μία παράσταση που σέβεται την θεατρική τέχνη, που υποστηρίζει το ομαδικό πνεύμα και τη συλλογικότητα, μία παράσταση που αφηγείται την αλήθεια του χριστιανισμού, που μιλά για την αδυναμία του ανθρώπου να απαλλαγεί από τα πάθη του και να βιώσει την πραγματική ελευθερία.
Κατερίνα Δημητρακοπούλου, https://www.catisart.gr/karatzogiannis-kazantzakis-christos/
Όταν πρόκειται για έργο του μεγάλου Καζαντζάκη με τους τεράστιους συμβολισμούς, περιμένεις σεβασμό στον θεματικό πυρήνα και μία σκηνοθετική γραμμή εύρωστη μέσα στην απέριττη απλότητά της. Ο Μάνος Καρατζογιάννης έκανε αυτό ακριβώς, πέτυχε να δώσει στο κοινό ένα θεατρικό έργο με διαχρονική εμβέλεια, με το λόγο, την κίνηση και την έκφραση να εναρμονίζονται με την κατανυκτική ατμόσφαιρα που παράγεται. Μέσα από τις συνιστώσες του δέους και της ευλάβειας, επιχειρείται η σύνδεση με το θείο, με επίκεντρο την ύπαρξη του ανθρώπου, στοχεύοντας στην αγωνία και τα πάθη του. Η δράση αυτή σε περίοδο υποδούλωσης στον ξένο κατακτητή εικονοποιεί την τοιχογραφία της κοινότητας με τις ανισότητες κάθε μορφής και εκλογικεύει τις αντιδράσεις των ανθρώπων, απέναντι σε κάθε τι που φαντάζει ξένο. Το κλίμα που δημιουργείται «μεταφράζει» την ιστορία των παθών της χριστιανοσύνης, καθώς σηματοδοτεί τη διαρκή και ατελεύτητη υπαρξιακή αγωνία της φθαρτής ανθρώπινης οντότητας. Οι νοηματικοί κώδικες απεικονίζουν με σαφήνεια το υποκριτικό σθένος των προσώπων, με απώτερο σκηνοθετικό στόχο την ανάδειξη της δραματουργικής ουσίας, ενός έργου βαθύτατα φιλοσοφικού που αφορά στα θεμελιώδη ερωτήματα της ζωής. Ο πυρήνας του μυθιστορήματος είναι απόλυτα δύσκολος και απαιτητικός στο να μεταφερθεί σε θεατρική σκηνή, αλλά ο Μάνος Καρατζογιάννης με τη σκηνοθετική οργάνωση και την καίρια διασκευή του, μαζί με τις υποκρίσεις των ηθοποιών, έχει το υλικό για τη στέρεη δόμηση της θεατρικής αυτής περιπέτειας. Η ταχύτητα της πλοκής με τον καταιγισμό των εικόνων, τους ακριβείς διαλόγους, τα μηνύματα και την ποικιλομορφία των ιδεών, συνηγορούν στην επικοινωνία σκηνής και πλατείας, με αποτελεσματικό τρόπο, παράγοντας ευρύτατη γκάμα συναισθημάτων και αισθήσεων. Η διανομή των ηθοποιών (Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Μάνος Καρατζογιάννης, Πάνος Κούλης, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Έλενα Μαυρίδου, Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς, Στράτος Χρήστου) πετυχημένη, με συνέπεια και αφοσίωση στο σκηνικό σκοπό, εργάστηκαν με θεατρική εντιμότητα και αυτό απλώνεται στο κοινό άμεσα. Διακρίθηκαν οι Φαλελάκης, Κούλης και Μαραγκουδάκης, για τη γνησιότητα και την ευθυβολία τους. Ο Μάνος Καρατζογιάννης υποδύεται το Μανολιό, με μοναδική ευελιξία, εσωτερική βαθύτητα και σκηνική αφοπλιστικότητα. Ξεχώρισε το ήθος του χαρακτήρα, με τις ανάλογες ψυχικές «μεταποιήσεις» μέχρι να ενηλικιωθεί μέσα του το φάσμα των ιδιοτήτων της αλληλεγγύης, του ανθρωπισμού και της δικαιοσύνης. Η ικανότητά του να ερμηνεύει μέσα ακριβώς στο κέντρο του για άλλη μια φορά σκιαγραφεί ένα ισχυρό καλλιτεχνικό αποτύπωμα, αφήνοντας στο κάθε σκηνικό «πέρασμά» του την αύρα της ταύτισής του με το ρόλο. Τα λιτά και λειτουργικά σκηνικά επιμελήθηκαν η Ναταλία Αστυπαλίτη και η Δήμητρα Σαρρή, την ταιριαστή κίνηση η Ζωή Χατζηαντωνίου, τα ολόσωστα κοστούμια η Δήμητρα Σαρρή και η Βασιλική Σύρμα, τους υποβλητικούς φωτισμούς ο Λάμπρος Παπούλιας και την υπέροχη μουσική ο Γιώργος Μαυρίδης. Όλοι τους βοήθησαν στην επιτυχία μιας αξιόλογης παράστασης. Η παράσταση «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», του Νίκου Καζαντζάκη, σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη, αποτελεί εμπνευσμένη αρτίστικη προσπάθεια, με τη δική της σφραγίδα στο τρέχον θεατρικό γίγνεσθαι.
Ζωή Τόλη, https://www.enetpress.gr/σκέψεις-πάνω-στην-παράσταση-ο-χριστό/
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, του κορυφαίου Νίκου Καζαντζάκη, στο θέατρο Σταθμός, σε σκηνοθεσία, διασκευή και πρωταγωνιστικό ρόλο από τον λατρεμένο Μάνο Καρατζογιάννη. Παίζουν ακόμα οι Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Έλενα Μαυρίδου, Πάνος Κούλης, Κώστας Φαλελάκης, Θανάσης Χαλκιάς, Στράτος Χρήστου, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Μιχαήλ Εφραιμ Τσουμπός. Όσοι ακολουθούμε τον Μάνο Καρατζογιάννη, όλα αυτά τα χρόνια της πορείας του, ξέρουμε ότι είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος, ένας άψογος επαγγελματίας, πραγματικό μαμούνι σε ό,τι κι αν κάνει. Δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Δουλεύει σκληρά, μεθοδικά και φέρνει εις πέρας με μεγάλη επιτυχία ό,τι πραγματεύεται. Έτσι και τώρα σε αυτή την παράσταση ξεδιπλώθηκε όλο του το ταλέντο αλλά και η άψογη επικοινωνία που έχει με όλη την ομάδα που τον πλαισιώνει. Δύσκολο το όλο εγχείρημα, πολύωρη η παράσταση, πολυμελής ο θίασος. Πολλές φορές, ο κάθε ηθοποιός έπαιζε δύο και τρεις ρόλους. Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια σε όλους ανεξαιρέτως. Μια ιστορία αγάπης και μίσους, θάρρους και εγκαρτέρησης. Όλος ο πόνος του κάθε κατατρεγμένου αυτής της αυτής της γης. Βρήκα συγκλονιστική τη μουσική και τα τραγούδια που ακούστηκαν. Ο Ερωτόκριτος, ο Πραματευτής, ο Εθνικός μας ύμνος… Μόνο ρίγη συγκίνησης και περηφάνιας μπορούσαν να μου δημιουργήσουν. Απόλαυσα το κάθε λεπτό και σας προτρέπω να πάτε.
Νατάσα Ανωγειαννάκη, Koukidaki.gr, https://shorturl.at/7WrHl
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και πάλι στις επάλξεις ενός θεάτρου για να ξαναθυμίσει, να διδάξει, να περάσει τα πολλά απλά μηνύματα που έχει. Το θέατρο Σταθμός, χώρος που σέβεται την τέχνη στην καρδιά της Αθήνας, φιλοξενεί το μεγάλο έργο που σκηνοθετεί ο Μάνος Καρατζογιάννης, ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης που έχει δώσει στο κοινό καταπληκτικές δημιουργίες όπως το Γάλα, την Κασέτα και άλλες πολλές κι εξίσου σημαντικές. Τολμά να σκηνοθετήσει και να ερμηνεύσει το μεγάλο έργο με ένα πολύ καλό θεατρικό σχήμα και με άρτιο αποτέλεσμα σε μια διασκευή σεβόμενη το μυθιστόρημα του μεγάλου συγγραφέα. Μια υπέροχη ιστορία που δίνεται σωστά από τους πολύ καλούς ηθοποιούς, που έχουν επιλεγεί με πολλή προσοχή, σε ένα έργο όπου επικρατεί η σωστή χημεία, η άριστη διασκευή και σκηνικά, μουσική, φωτισμός, κοστούμια και κινησιολογία όλα εξαιρετικά, σε έναν εξαιρετικό, στα μάτια μου, Χριστό που ξανασταυρώνεται, που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το εκρηκτικό φινάλε όπου επιβεβαιώνει τον τίτλο του. Η άψογη εκτέλεση στέλνει τα μηνύματα που θέλησε ο Καζαντζάκης να ακουστούν παντού, σε ένα έργο που πηγάζει από το επαναλαμβανόμενο μίσος του πλήθους και από αυτούς που το χειραγωγούν.
Γιώργος Κονίδης, https://www.koukidaki.gr/search/label/%CE%9A%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82
Είχα τη χαρά να δω τη γενική δοκιμή και να θαυμάσω για ακόμα μια φορά την προσέγγιση του Μάνου Καρατζογιάννη που σκηνοθετικά πιστεύω με αυτή την παράσταση ανέβηκε ένα σκαλοπάτι. Για να ξεκινήσω και να ολοκληρώσω ταυτόχρονα και μόνο η επιλογή του έργου που αποδώθηκε σε μια ιδανική διασκευή, πολύ θεατρική που εξυπηρετούσε την σκηνοθετική του ματιά, σε μια εποχή ανάγκης του ελληνικού ποιητικού λόγου είναι άξια κάθε εύνοιας. Πολλά συγχαρητήρια στους ηθοποιούς που στήριξαν το όραμά του γεμίζοντάς μας με εικόνες ανθολογίας και έμπνευσης.
Ηλίας Μαλανδρής, 9/04/2026
Μια ιστορία που καίει ξανά, σήμερα. Με σεβασμό στη ρίζα του έργου και τόλμη στο σήμερα, ο Μάνος Καρατζογιάννης μαζί με μια άξια ομάδα τιμούν μια ιστορία που δεν έπαψε ποτέ να μένει διαχρονική. Σε μια εποχή που δεν σταματά να κατηγορεί όσους τολμούν να μπουν στα βαθιά για να πουν την αλήθεια.
Πάνος Σταματόπουλος, 9/04/2026
Ένας θίασος έντεκα εξαιρετικών ηθοποιών γίνεται μια γροθιά επί σκηνής, υπηρετώντας μια σκηνοθεσία δωρική, mimimal, και απόλυτα εστιασμένη στην ανθρώπινη ψυχή και τη σκληρότητα της κοινωνικής υποκρισίας. Μια εμπειρία βαθιά συγκινητική που σε φέρνει σε επαφή με τα δικά σου ερωτήματα.
Book. _ stories, 8/04/2026
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται λοιπόν… αυτή τη φορά στο θέατρο Σταθμός καθώς όπως φαίνεται οι άνθρωποι δεν θα πάψουμε ποτέ να εφευρίσκουμε όλο και περισσότερα καρφιά για το σώμα του. Το σώμα της ειρήνης και της αγάπης που αιμορραγεί ακατάσχετα ανά τον κόσμο.
Το κλασικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη ανεβαίνει από έναν υπέροχο θίασο ηθοποιών και μας καλεί να περιηγηθούμε στο χωριό των ηρώων εκεί όπου η αθωότητα πρέπει να πληρώσει το τίμημα, να σήκωσει τον σταυρό για να εξαγνιστούν όλων τα πάθη και οι αμαρτίες. Με μια υπέροχα λιτή σκηνοθεσία, κατά την οποία αξιοποιείται η φαντασία και δημιουργούνται σχήματα και μορφές, οι ηθοποιοί επιτυγχάνουν εντυπωσιακές ερμηνείες βγάζοντας απ´ τον κάθε ρόλο την «ψυχούλα» του, το «κουκούτσι» του, δημιουργώντας τρισδιάστατους ήρωες, απτούς, ολοζώντανους και παρά το συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο πέρα για πέρα διαχρονικούς. Η κίνηση εξίσου δωρική, ωστόσο μεγαλόπρεπη και επιβλητική δημιουργεί την αίσθηση της αρχαίας τραγωδίας, του χορικού σε εξελίξη, της αναμονής της πολυπόθητης κάθαρσης που άγνωστο πως και εάν θα έρθει.
Ο αγαπημένος Μάνος Καρατζογιάννης δεν θα πάψει ποτέ να μας εκπλήσσει τόσο με την ποικιλία των έργων που διαλέγει όσο και με την αξιοθαύμαστη ικανότητα του να μεταμορφώνεται, να χαρίζει απλόχερα στους χαρακτήρες όλο το βλέμμα του για να ζήσουν και υπάρξουν έστω για λίγο πάνω στη σκηνή. Βλέπουμε πραγματικά μια άγια φιγούρα, η οποία φέρει ατόφια όλη τη συγκίνηση, την ενωτική κατάνυξη που έχουμε όλοι τόσο πολύ ανάγκη να νιώσουμε όντας κατακερματισμένοι ο καθένας στον δικό του εγωιστικό περίκλειστο κόσμο.
Μια εξαιρετική παράσταση που προσδοκούμε να έχουμε την χαρά να απολαύσουμε ξανά από τον χειμώνα.
«Ο Θεός και ο καλλιτέχνης δουλεύουν με το ίδιο υλικό. Την λάσπη.
Έλλη Διακογιάννη, Είδαμε την παράσταση «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» στο θέατρο Σταθμός
Την εξαιρετική παράσταση, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη, παρακολούθησε την Παρασκευή το βράδυ στο Θέατρο «Σταθμός» ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης, έχοντας στη διάθεσή του έναν εξαιρετικό 11μελή θίασο και μια δυνατή, δημιουργική ομάδα, κατάφερε να κάνει τους θεατές κοινωνούς στα μηνύματα του έργου, που πρωτοανέβηκε στη σκηνή πριν 70 χρόνια, στο Θέατρο του Πεδίου του Αρεως, από το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η παράσταση, σε διασκευή του Νότη Περγιάλη και του Γεράσιμου Σταύρου και σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη. Σε ένα χωριό υπάρχει το έθιμο να αναβιώνουν τα Πάθη του Χριστού κάθε επτά χρόνια. Ο παπα-Γρηγόρης με τους προεστούς επιλέγουν τα πρόσωπα που θα λάβουν μέρος. Τον Χριστό θα υποδυθεί ο Μανολιός, ένας απλός βοσκός, ο οποίος μετά την επιλογή του θα αρχίσει να αλλάζει, προσπαθώντας να φτάσει στην απόλυτη ψυχική και σωματική αγνότητα.
Οταν το απόγευμα καταφτάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καθώς διώκονται από τους Τούρκους, οι χωριανοί θα διχαστούν, αφού ο παπα-Γρηγόρης και αρκετοί άλλοι ισχυρίζονται ότι φέρνουν μαζί τους τη χολέρα. Οι μόνοι που θα τους βοηθήσουν είναι ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός, ο Κωσταντής και ο Μανολιός, ο οποίος θα τους υπερασπιστεί μιλώντας για την αξία της αγάπης και τη φιλευσπλαχνία… Όπως σημειώνει ανάμεσα σε άλλα ο Μ. Καρατζογιάννης στο σκηνοθετικό του σημείωμα: «Παρά τη θεοκρατική του κοσμοθεωρία, η γραφή του Καζαντζάκη έχει στο κέντρο της τον άνθρωπο, το πνεύμα και τη θυσία. Έννοιες τόσο λησμονημένες, αλλά και τόσο απαραίτητες στις μέρες μας. Στο συγκεκριμένο, μάλιστα, έργο του, όσο τον ενδιαφέρει εν σμικρώ ο άνθρωπος, άλλο τόσο τον ενδιαφέρει στο σύνολό της η ανθρωπότητα. Κατόρθωσε με αυτόν τον τρόπο η φωνή του να ακουστεί πέρα από τη Σαρακήνα και τη Λυκόβρυση, τους τόπους δράσης δηλαδή της μυθοπλασίας του, σε ολόκληρο τον κόσμο».
Και επιλέγει να κλείσει το σκηνοθετικό σημείωμα με τα λόγια του Αλέξη Μινωτή: «Έβαλε τον εαυτό του κάτω εξήντα χρόνια μοναξιάς, τον έστυψε και έβγαλε την καλύτερη σταγόνα που έχουμε. Κι αν ακόμα αρνηθείς όλο του το έργο, μένει ο ίδιος ο άνθρωπος».
Έπαιξαν οι ηθοποιοί: Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Μάνος Καρατζογιάννης, Πάνος Κούλης, Ελενα Μαυρίδου, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς, Στράτος Χρήστου.
https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=26%2F5%2F2026…
Μπορεί να είναι επίκαιρο το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη το 2026; Η απάντηση που δίνει η παράσταση του “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” στο Θέατρο Σταθμός είναι ξεκάθαρη: απολύτως. (…) Η διασκευή και σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη αποστάζει τον πυρήνα του έργου του Νίκου Καζαντζάκη χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια μουσειακή αναπαράσταση του κλασικού κειμένου. Αντιθέτως, ανοίγει έναν διάλογο βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και υπαρξιακό, χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτικός. Η παράσταση περνά δεκάδες μηνύματα με τρόπο οργανικό, μετατρέποντας φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά σε στοχασμούς με πολύ μεγαλύτερο βάθος. Η στάση των αρχόντων του χωριού απέναντι στους πρόσφυγες, και ειδικά η στάση του παπα-Γρηγόρη, μοιάζει σαν να ξεπηδά μέσα από τη σημερινή επικαιρότητα. Ο φόβος απέναντι στον «ξένο», η εργαλειοποίηση της θρησκείας, η σύγκρουση ανάμεσα στην υλική ασφάλεια και την ανθρώπινη αλληλεγγύη, όλα παρουσιάζονται με τρόπο που αναγκάζει τον θεατή να κοιτάξει κατάματα τη δική του κοινωνία. Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί την ιστορία του Χριστού όχι ως θρησκευτικό αφήγημα, αλλά ως έναν διαχρονικό μηχανισμό αποκάλυψης της ανθρώπινης φύσης. Και ο Καρατζογιάννης αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη διαχρονικότητα, σαν να κρατά έναν καθρέφτη απέναντί μας, ακόμη κι όταν ξέρουμε πως πιθανότατα δεν θα μας αρέσει η εικόνα που θα αντικρίσουμε. Ο εξαιρετικός ενδεκαμελής θίασος ( Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Μάνος Καρατζογιάννης, Πάνος Κούλης, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Έλενα Μαυρίδου, Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς, Στράτος Χρήστου) κατορθώνει να ζωντανέψει τους πολλαπλάσιους χαρακτήρες του μυθιστορήματος με αξιοθαύμαστη ακρίβεια. Πρόκειται για μια παράσταση συνόλου, όπου όλοι λειτουργούν ως κομμάτια ενός ενιαίου οργανισμού, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Μάνου Καρατζογιάννη. Η κινησιολογία της Ζωής Χατζηαντωνίου δίνει ξεχωριστή ταυτότητα σε κάθε χαρακτήρα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου ο ίδιος ηθοποιός υποδύεται περισσότερους από έναν ρόλους. Σε επίπεδο συνόλου, οι συγχρονισμένες κινήσεις και οι σκηνικές συνθέσεις δημιουργούν εικόνες που θυμίζουν ζωντανούς πίνακες. Τα λιτά σκηνικά των Ναταλία Αστυπαλίτη και Δήμητρα Σαρρή, σε συνδυασμό με τα ευέλικτα κοστούμια της Δήμητρας Σαρρή και της Βασιλικής Σύρμα, υπηρετούν απόλυτα την ουσία της παράστασης. Οι γρήγορες μεταβάσεις ανάμεσα σε σκηνές και χαρακτήρες συμβαίνουν ομαλά, σχεδόν ταχυδακτυλουργικά σε ορισμένες περιπτώσεις. Οι φωτισμοί του Λάμπρου Παπούλια και η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη συμπληρώνουν ιδανικά αυτή την ατμόσφαιρα, θολώνοντας όπου χρειάζεται τα όρια ανάμεσα στον εκάστοτε χαρακτήρα και στο χριστιανικό πρόσωπο που έχει αναλάβει να ενσαρκώσει στην αναπαράσταση των Παθών.
Γεράσιμος Αρτελάρης, “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”: μπορεί ο Καζαντζάκης να είναι επίκαιρος το 2026;
Τον Μάνο Καρατζογιάννη τον παρακολουθώ συστηματικά, εκτιμώ τη ματιά του και την εργατικότητά του. Στον XC του πλάθει μια αφήγηση, ακολουθώντας την καζαντζακική σκέψη, ιδεολογία και φιλοσοφία, εγκιβωτίζοντας στοιχεία από τον ΝΚ διαχρονικά. Μια παράσταση που προβάλει σημαίνουσες αφτιασίδωτες ιδεολογίες, φανερώνοντας τον λογοτεχνικό δυϊσμό του Νίκου Καζαντζάκη, που συγκρούονται και διαλύονται, καθώς στο κέντρο υπάρχει μονάχα ο Ένας, ο Άνθρωπος. Ένα καλοκουρδισμένο σύνολο ηθοποιών (πολλούς/ες μάλιστα δεν τους γνώριζα) που επί 2 ώρες με απίστευτο ρυθμό, ζυγίσουν κάθε τους κουβέντα, ισορροπούν κάθε τους κίνηση, στοχεύουν κάθε τους βλέμμα. Από σήμερα για μένα, ο Μάνος γίνεται Μανολιός… που προσφέρει και προσφέρεται σε έναν θεατρικό χώρο Σταθμό, που αγωνιά και αγωνίζεται για τον Πολιτισμό.
Νίκος Μαθιουδάκης, 24/05/2026
Ένας θεατρικός κόσμος που κοιτά τον θεατή στα μάτια και τον αναγκάζει να απολογηθεί μέσα του. Η παράσταση Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη στο θέατρο Σταθμός, δεν αποτελεί απλώς μια θεατρική μεταφορά ενός εμβληματικού μυθιστορήματος.
Είναι ένα βαθιά πολιτικό, φιλοσοφικό και πνευματικό γεγονός, μια παράσταση σπάνιας εσωτερικής δύναμης, που καταφέρνει να σταθεί με απόλυτο σεβασμό απέναντι στον κολοσσιαίο λόγο του Νίκου Καζαντζάκη και ταυτόχρονα να τον μεταμορφώσει σε ένα ζωντανό, σύγχρονο και συγκλονιστικά επίκαιρο σκηνικό σύμπαν. Από την πρώτη στιγμή μέχρι την τελική κορύφωση, η σκηνή πάλλεται από πίστη, αίμα, φόβο, έρωτα, βία, ενοχή και λύτρωση. Δεν παρακολουθείς απλώς μια παράσταση, νιώθεις πως εισέρχεσαι μέσα σε μια τελετουργία, σε μια μυσταγωγία που μιλά απευθείας στην ψυχή και στη συνείδηση του θεατή.
Η διασκευή του Μάνου Καρατζογιάννη είναι πραγματικά κορυφαία, ένα σχεδόν ακατόρθωτο λογοτεχνικό έργο, γεμάτο φιλοσοφικές αναζητήσεις, πολυφωνία χαρακτήρων και βαθιά εσωτερικό λόγο, μετατρέπεται σε ένα απόλυτα ρέον, σφιχτοδεμένο και συγκινησιακά εκρηκτικό θεατρικό σώμα.
Η σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη στο ο Χριστός ξανασταυρώνεται αποτελεί ένα από τα πιο ολοκληρωμένα, ώριμα και βαθιά εμπνευσμένα σκηνοθετικά επιτεύγματα των τελευταίων χρόνων στο ελληνικό θέατρο.
Δεν πρόκειται απλώς για μια επιτυχημένη μεταφορά ενός σπουδαίου λογοτεχνικού έργου στη σκηνή. Πρόκειται για μια σκηνοθετική κατάθεση ψυχής, για μια παράσταση που μοιάζει να γεννήθηκε από εσωτερική ανάγκη και όχι από καλλιτεχνική φιλοδοξία. Ο Καρατζογιάννης δεν ανεβάζει απλώς τον Καζαντζάκη, συνομιλεί μαζί του, εισχωρεί στον πυρήνα της σκέψης και της αγωνίας του και κατορθώνει να μετατρέψει ένα τεράστιο, πολυφωνικό και φιλοσοφικά πυκνό μυθιστόρημα σε μια ζωντανή θεατρική εμπειρία σπάνιας δύναμης και συγκίνησης.
Το πρώτο μεγάλο επίτευγμα της σκηνοθεσίας του είναι ότι καταφέρνει να ενώσει το επικό με το βαθιά ανθρώπινο. Η παράσταση έχει το εύρος ενός λαϊκού έπους, αλλά ταυτόχρονα κρατά διαρκώς τον θεατή κοντά στην ανάσα και στην ψυχή των προσώπων.
Ο Καρατζογιάννης δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο πάνω στη σκηνή, έναν κόσμο σκληρό, βίαιο, γεμάτο φόβο, πάθος, θρησκευτική έξαρση, εξουσία, ενοχή και καταπίεση, χωρίς ποτέ να χάνει την ανθρώπινη λεπτομέρεια, όπου κάθε πρόσωπο, ακόμη και στις πιο μικρές στιγμές, μοιάζει να κουβαλά μια ολόκληρη ζωή μέσα του. Η σκηνή στο θέατρο Σταθμός μετατρέπεται στα χέρια του σε έναν τόπο σχεδόν μεταφυσικό. Δεν αναπαριστά ρεαλιστικά ένα χωριό της Μικράς Ασίας, δημιουργεί έναν συμβολικό χώρο όπου συμπυκνώνεται ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία της βίας και της θυσίας. Ο θεατής δεν βλέπει μόνο τη Λυκόβρυση, βλέπει κάθε κοινωνία που διώκει τον ξένο, κάθε εξουσία που συντρίβει την αγάπη, κάθε άνθρωπο που οδηγείται στον ηθικό του Γολγοθά.
Η σκηνοθετική του γραφή διαθέτει έντονη κινηματογραφική ποιότητα. Οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό που θυμίζει ένα εσωτερικό μοντάζ. Οι μεταβάσεις δεν λειτουργούν απλώς πρακτικά αλλά αφηγηματικά και συναισθηματικά και η παράσταση ρέει σαν ένα κινηματογραφικό ποτάμι εικόνων, όπου το ένα πλάνο γεννά το επόμενο. Ο Καρατζογιάννης έχει την ικανότητα να στήνει σκηνές που μοιάζουν να ξεπηδούν από παλιό ασπρόμαυρο φιλμ, από λαϊκή ζωγραφική, από μνήμη, από εφιάλτη ή από θρησκευτική τελετουργία. Και το σημαντικότερο, αυτές οι εικόνες υπηρετούν βαθιά διαρκώς το νόημα του έργου. Η σκηνοθεσία του Καρατζογιάννη διαθέτει μια σπάνια αίσθηση ρυθμού, όπου παρά τη μεγάλη διάρκεια της παράστασης και τον τεράστιο όγκο του υλικού, δεν υπάρχει ούτε μία στιγμή αδράνειας. Ο ρυθμός αλλάζει διαρκώς χωρίς να χάνει ποτέ τη συνοχή του, υπάρχουν σκηνές θορύβου, βίας και συλλογικής έντασης, που αμέσως μετά δίνουν τη θέση τους σε στιγμές απόλυτης σιωπής και εσωτερικής περισυλλογής. Αυτή η εναλλαγή δημιουργεί μια διαρκή συναισθηματική κίνηση, μια αίσθηση ότι η παράσταση αναπνέει οργανικά μπροστά στον θεατή. Εξαιρετικά σημαντική είναι και η πολιτική διάσταση της σκηνοθεσίας του. Ο Καρατζογιάννης μετατρέπει το έργο σε ένα εκρηκτικά σύγχρονο πολιτικό σχόλιο πάνω στον φόβο, τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη θρησκευτική υποκρισία και τη βία απέναντι στον ξένο. Η άφιξη των προσφύγων στη Λυκόβρυση αποκτά σχεδόν ανατριχιαστική επικαιρότητα. Οι ήρωες του έργου παύουν να είναι φιγούρες ενός μακρινού παρελθόντος και γίνονται καθρέφτης του σημερινού κόσμου.
Και όμως, παρά τη βαθιά πολιτική διάσταση, η σκηνοθεσία του δεν γίνεται ποτέ διδακτική ή καταγγελτική με εύκολο τρόπο. Ο Καρατζογιάννης δεν φωνάζει συνθήματα, δεν επιβάλλει νοήματα, αφήνει τις εικόνες, τα σώματα και τον λόγο του Καζαντζάκη να γεννήσουν μέσα στον θεατή μια εσωτερική αφύπνιση. Αυτό είναι ίσως το πιο σπουδαίο στοιχείο της σκηνοθεσίας του, η βαθιά εμπιστοσύνη που δείχνει στο ίδιο το έργο και στον θεατή. Ιδιαίτερα συγκλονιστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τη μορφή του Μανολιού. Ο ήρωας δεν παρουσιάζεται ποτέ σαν έτοιμος μεσσίας. Ο Καρατζογιάννης παρακολουθεί με σχεδόν χειρουργική ακρίβεια την εσωτερική του μεταμόρφωση και αυτή η διαδρομή φωτίζεται μέσα από μικρές σκηνοθετικές λεπτομέρειες, μέσα από το βλέμμα των άλλων προς εκείνον, μέσα από τη θέση του στον χώρο, μέσα από το φως που σταδιακά τον απομονώνει από την κοινότητα. Ο Μανολιός γίνεται σιγά σιγά ξένος μέσα στον ίδιο του τον τόπο και αυτή η απομόνωση αποκτά σχεδόν σωματική υπόσταση πάνω στη σκηνή. Ο Μανολιός, μέσα στη σκηνοθετική γραμμή της παράστασης, δεν παρουσιάζεται σαν ένας άγιος άνθρωπος που από την αρχή διαθέτει κάποια μεταφυσική ανωτερότητα, είναι ένας απλός άνθρωπος, αθώος, που σταδιακά συνειδητοποιεί το βάρος της ηθικής ευθύνης. Ο Καρατζογιάννης εστιάζει ακριβώς σε αυτή τη μεταμόρφωση, στη στιγμή όπου ένας άνθρωπος παύει να σκέφτεται τον εαυτό του και αρχίζει να κουβαλά το βάρος των άλλων. Και αυτή η διαδρομή γίνεται βαθιά πολιτική, γιατί ο Μανολιός δεν θυσιάζεται μόνο θρησκευτικά, θυσιάζεται κοινωνικά, γίνεται επικίνδυνος επειδή αρνείται να συμβιβαστεί με την αδικία.
Και μέσα από αυτή την προσέγγιση, ο Χριστός του Καζαντζάκη και του Καρατζογιάννη είναι η ίδια η ανθρώπινη συνείδηση όταν αποφασίζει να σταθεί απέναντι στην εξουσία, στο ψέμα και στην κοινωνική βία. Γι’ αυτό και η παράσταση αποκτά τόσο μεγάλη δύναμη, γιατί μιλά για όλους εκείνους που σε κάθε εποχή στοχοποιούνται επειδή επιμένουν να υπερασπίζονται το δίκαιο. Παρά τη μεγάλη αισθητική δύναμη, την τεχνική αρτιότητα και τη σκηνική ευφυΐα, τίποτα δεν λειτουργεί ψυχρά ή επιδεικτικά. Ο Καρατζογιάννης σκηνοθετεί με πόνο, αγάπη και πίστη στον άνθρωπο και αυτή η πίστη διαπερνά ολόκληρη την παράσταση, ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές της, υπάρχει πάντα μια φλόγα ανθρωπιάς που αρνείται να σβήσει.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται στα χέρια του Μάνου Καρατζογιάννη μετατρέπεται σε μια σπουδαία θεατρική λειτουργία, σε μια παράσταση που ξεπερνά τα όρια της διασκευής και γίνεται βαθιά προσωπική καλλιτεχνική κατάθεση. Μια παράσταση που δεν αναπαριστά απλώς τον κόσμο του Καζαντζάκη αλλά τον ανασταίνει επί σκηνής με τρόπο συγκλονιστικό, ποιητικό και βαθιά σύγχρονο και αυτό είναι το σπάνιο μεγαλείο της σκηνοθεσίας του, ότι κατορθώνει να κάνει τον θεατή να μη βλέπει απλώς μια ιστορία αλλά να αισθάνεται πως βρίσκεται ο ίδιος μέσα της.
Η ερμηνεία του Μάνου Καρατζογιάννη στον ρόλο του Μανολιού στο ο Χριστός ξανασταυρώνεται, είναι από εκείνες τις σπάνιες θεατρικές στιγμές όπου ο ηθοποιός δεν μοιάζει απλώς να υποδύεται έναν ρόλο αλλά να περνά ολόκληρος μέσα από μια εσωτερική δοκιμασία επί σκηνής. Πρόκειται για μια ερμηνεία βαθιάς πνευματικότητας, σπάνιας εσωτερικής ακρίβειας και σχεδόν σωματικής αλήθειας, που δεν επιδιώκει ποτέ τον εύκολο εντυπωσιασμό, τη μεγαλοστομία ή την εξωτερική αγιοποίηση του προσώπου. Αντίθετα, ο Καρατζογιάννης χτίζει τον Μανολιό του με υπομονή, σιωπή και εσωτερική καύση, δημιουργώντας έναν άνθρωπο που μεταμορφώνεται αργά, βασανιστικά και αναπόφευκτα μπροστά στα μάτια του θεατή. Από την πρώτη του εμφάνιση ο Μάνος Καρατζογιάννης επιλέγει έναν τόνο σχεδόν ανεπαίσθητο. Ο Μανολιός του είναι ένα παιδί της γης, ένας απλός βοσκός, άβγαλτος, αθώος, σχεδόν άμορφος ακόμη ως προσωπικότητα.
Δεν υπάρχει τίποτα το ηρωικό ή το “φωτισμένο” επάνω του στην αρχή. Κι ακριβώς εκεί βρίσκεται η τεράστια δύναμη της ερμηνείας, ο Καρατζογιάννης δεν ξεκινά από το αποτέλεσμα, ξεκινά από την ανθρώπινη αδυναμία, από έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει ακόμη ποιος είναι και τι πρόκειται να κουβαλήσει. Η μεταμόρφωση του επομένως δεν λειτουργεί ως θεατρικό εύρημα αλλά ως αυτή την υπαρξιακή διαδρομή.
Το συγκλονιστικό στην ερμηνεία του είναι ο τρόπος με τον οποίο αφήνει τη Χριστική συνείδηση να γεννηθεί αργά μέσα στο σώμα και στη φωνή του, βλέπεις σχεδόν ανεπαίσθητα το σώμα του να βαραίνει από την ευθύνη, το βλέμμα του να σκοτεινιάζει από τη γνώση, τη σιωπή του να αποκτά όλο και μεγαλύτερη ένταση. Ο τρόπος που στέκεται απέναντι στους άλλους χαρακτήρες μεταβάλλεται σταδιακά και από άνθρωπος της κοινότητας γίνεται σιγά σιγά ξένος μέσα στην ίδια του την κοινωνία και αυτή η απομόνωση αποτυπώνεται συγκλονιστικά πάνω του.
Ο Καρατζογιάννης διαθέτει μια σπάνια σκηνική ευφυΐα, κατανοεί ότι ο Μανολιός δεν είναι ένας “ήρωας” με την κλασική έννοια, αλλά ένας άνθρωπος που αρχίζει να ακούει τη συνείδηση του πιο δυνατά από τον φόβο του. Κι αυτή η σύγκρουση είναι παρούσα σε κάθε του στιγμή πάνω στη σκηνή. Δεν βλέπουμε έναν άνθρωπο βέβαιο για την αποστολή του, βλέπουμε έναν άνθρωπο που τρομάζει από το βάρος αυτού που αρχίζει να καταλαβαίνει και αυτό κάνει την ερμηνεία του τόσο ανθρώπινη και τόσο σπαρακτική. Η σιωπή του λειτουργεί σχεδόν όσο και ο λόγος του, υπάρχουν στιγμές που ο Καρατζογιάννης δεν χρειάζεται να μιλήσει καθόλου, αρκεί ο τρόπος που κοιτά τους πρόσφυγες, ο τρόπος που ακούει τον παπά, ο τρόπος που αποσύρεται από τους άλλους. Το σώμα του γίνεται σταδιακά ένας τόπος εσωτερικής σύγκρουσης με κάθε κίνηση να μοιάζει να κουβαλά βάρος και κάθε παύση να μοιάζει να περιέχει έναν ολόκληρο εσωτερικό μονόλογο μέσα της. Και όσο η παράσταση προχωρά, ο Μάνος Καρατζογιάννης πετυχαίνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο, μεταμορφώνεται χωρίς ποτέ να χάνει την ανθρώπινη υπόσταση του. Δεν γίνεται σύμβολο αποκομμένο από τον κόσμο, αλλά ένας άνθρωπος που πονά όλο και περισσότερο για τον κόσμο, η καλοσύνη του Μανολιού δεν παρουσιάζεται ως αδυναμία αλλά ως η πιο επώδυνη μορφή δύναμης. Γιατί ο ήρωας του Καρατζογιάννη αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως όποιος αγαπά πραγματικά, είναι καταδικασμένος να συγκρουστεί με τη βία της κοινωνίας. Συγκλονιστικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τον δημόσιο λόγο του ήρωα στις σκηνές της κορύφωσης, εκεί όπου ο Μανολιός παύει να είναι απλώς ένας άνθρωπος που ψάχνει την αλήθεια και γίνεται η ίδια η φωνή της ηθικής αντίστασης. Και μιλά σαν ένας άνθρωπος που έχει καταλάβει πως δεν υπάρχει επιστροφή και αυτή η εσωτερική βεβαιότητα δίνει τρομακτική δύναμη στις σκηνές του, ο λόγος του αποκτά επειδή βγαίνει μέσα από μια απόλυτη ψυχική έκθεση. Η σχέση του με τους άλλους χαρακτήρες αποκαλύπτει επίσης το εύρος της ερμηνείας του, απέναντι στην Κατερίνα υπάρχει μια βαθιά τρυφερότητα που ποτέ δεν γίνεται μελοδραματική, απέναντι στους πρόσφυγες γεννιέται μια σχεδόν πατρική προστατευτικότητα, απέναντι στον παπα Γρηγόρη η στάση του αλλάζει σταδιακά από σεβασμό σε ηθική απόσταση. Και απέναντι στην κοινότητα της Λυκόβρυσης ο Μανολιός μοιάζει όλο και περισσότερο σαν άνθρωπος που καταλαβαίνει ότι δεν ανήκει πια εκεί. Αυτό που κάνει τελικά την ερμηνεία του τόσο σπουδαία είναι η βαθιά αλήθεια της, υπηρετεί τον ρόλο με απόλυτη αφοσίωση και αφήνει τον πόνο, τη σύγκρουση και την πνευματικότητα του ήρωα να αναδυθούν οργανικά. Και ακριβώς γι’ αυτό η παρουσία του αποκτά τεράστια δύναμη, γιατί μοιάζει αληθινή.
Ο Μανολιός του δεν είναι μια άπιαστη αγιογραφική μορφή, είναι ένας άνθρωπος που φοβάται, πληγώνεται, κουράζεται, αμφιβάλλει και παρ’ όλα αυτά επιλέγει να σταθεί απέναντι στην αδικία. Και μέσα από αυτή τη βαθιά ανθρώπινη διάσταση, ο Καρατζογιάννης κατορθώνει να φτάσει στο καθολικό και στο οικουμενικό. Ο θεατής δεν βλέπει απλώς έναν χαρακτήρα του Καζαντζάκη, βλέπει κάθε άνθρωπο που προσπάθησε να παραμείνει ηθικός μέσα σε έναν κόσμο που τιμωρεί την αγάπη και τη δικαιοσύνη.
Πρόκειται πραγματικά για μια ερμηνεία ζωής, μια ερμηνεία που βασίζεται σε μια απόλυτη ψυχική έκθεση. Ο Μάνος Καρατζογιάννης δεν ερμηνεύει απλώς τον Μανολιό, ζει πάνω στη σκηνή την πορεία ενός ανθρώπου προς τη θυσία και αυτή η διαδρομή αφήνει βαθύ αποτύπωμα στον θεατή, γιατί δεν αφορά μόνο τον ήρωα του έργου, αφορά την ίδια την ανθρώπινη συνείδηση. Δίπλα του, ένας θίασος εξαιρετικών ηθοποιών λειτουργεί με σπάνια ομοιογένεια και αλήθεια. Η Ηλέκτρα Γεννατά διαθέτει μια αρχετυπική δύναμη και μια εσωτερική δωρικότητα που συγκλονίζει. Η Έλενα Μαυρίδου, ως Κατερίνα, χαρίζει μια ερμηνεία γεμάτη αισθησιασμό, πόνο και αυτοθυσία, δημιουργώντας μια από τις πιο σπαρακτικές μορφές της παράστασης.
Ο Κώστας Φαλελάκης καθηλώνει τόσο ως Αγάς όσο και ως Πατριαρχέας, ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στη βία, τον κυνισμό και τη διαλυμένη ανθρώπινη φύση. Ο Θανάσης Χαλκιάς χτίζει έναν παπα-Γρηγόρη σκοτεινό, εξουσιαστικό και βαθιά υποκριτικό, σύμβολο μιας θρησκευτικής εξουσίας που έχει απομακρυνθεί από κάθε έννοια αγάπης. Ο Μιχαήλ Εφραίμ Τσουμπός, ως Γιουσουφάκι, διαθέτει μια σχεδόν ποιητική σκηνική παρουσία, ενώ ο Σπύρος Μαραγκουδάκης δίνει στον Παναγιώταρο μια άγρια, σκληρή ενέργεια που λειτουργεί σαν μια μόνιμη απειλή μέσα στην παράσταση. Ο Πάνος Κούλης, ο Πολύκαρπος Φιλιππίδης, ο Βαγγέλης Ζάπας και ο Στράτος Χρήστου συνθέτουν με ακρίβεια και αλήθεια τον ανθρώπινο καμβά της Λυκόβρυσης, υπηρετώντας με απόλυτη αφοσίωση τη συλλογικότητα της παράστασης.
Εξαιρετικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται τη συλλογικότητα ο Μάνος Καρατζογιάννης. Ο θίασος λειτουργεί σαν ένα ενιαίο σώμα. Οι ηθοποιοί δεν κινούνται απλώς μέσα στη σκηνή, μοιάζουν να αποτελούν οργανικά κομμάτια μιας κοινότητας που διαρκώς μεταμορφώνεται. Οι ομαδικές σκηνές αποκτούν τεράστια δύναμη μέσα από τη χορογραφική ακρίβεια και τη γεωμετρία των σωμάτων, σε πολλές στιγμές η σκηνή θυμίζει ζωντανό πίνακα. Τα μετωπικά στησίματα, οι μαζικές ακινησίες, οι σχηματισμοί των ηθοποιών δημιουργούν εικόνες σχεδόν βιβλικές, εικόνες που μοιάζουν να χαράζονται στη μνήμη του θεατή. Η συμβολή της Ζωής Χατζηαντωνίου στην κίνηση αξιοποιείται από τον Καρατζογιάννη με εξαιρετική ευφυΐα. Η κίνηση στην παράσταση λειτουργεί ως ένα δραματουργικό εργαλείο, τα σώματα αφηγούνται εξίσου με τον λόγο.
Οι μετακινήσεις των ηθοποιών, οι ρυθμοί, οι στάσεις, οι παύσεις, δημιουργούν μια τελετουργική αίσθηση που διαπερνά ολόκληρη την παράσταση. Υπάρχουν στιγμές όπου οι ηθοποιοί μοιάζουν σαν ένας χορός αρχαίας τραγωδίας και άλλες όπου θυμίζουν κάποια φαντάσματα μιας κοινωνίας που καταρρέει ηθικά.
Η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη λειτουργεί σαν υπόγειος παλμός της παράστασης. Δεν συνοδεύει απλώς τις σκηνές, μοιάζει να αναβλύζει μέσα από τη γη, μέσα από τη μνήμη αυτού του τόπου. Οι αναφορές στα ριζίτικα, στη Ρωμιοσύνη, στον Θεοδωράκη, δημιουργούν ένα βαθιά ελληνικό αλλά ταυτόχρονα οικουμενικό ηχητικό τοπίο.
Τα σκηνικά της Ναταλίας Αστυπαλίτη και της Δήμητρας Σαρρή είναι λιτά αλλά εξαιρετικά λειτουργικά, η χρήση και το “παιχνίδι” των σκαμπό αφήνουν χώρο στον λόγο και στο ανθρώπινο σώμα να κυριαρχήσουν. Τα κοστούμια της Δήμητρας Σαρρή και της Βασιλικής Σύρμα κινούνται με σοφία ανάμεσα στο διαχρονικό και στο λαϊκό, ενώ οι φωτισμοί του Λάμπρου Παπούλια δημιουργούν ένα σύμπαν φωτός και σκοταδιού σχεδόν βιβλικό.
Και έπειτα υπάρχει η μάσκα του Χριστού. Η συγκλονιστική κατασκευή της Μάρθας Φωκά λειτουργεί ως ζωντανό σύμβολο της παράστασης. Η στιγμή που εμφανίζεται μοιάζει σαν να παγώνει ο χρόνος. Η μάσκα αυτή δεν αναπαριστά απλώς τον Χριστό, γίνεται η ίδια η συνείδηση του έργου, ένα πρόσωπο που κοιτά κατάματα τον θεατή και μοιάζει να του μιλά σιωπηλά για ενοχή, θυσία, φόβο και αγάπη. Η χρήση της από τον Καρατζογιάννη είναι σπουδαία, σχεδόν ανατριχιαστική, είναι σαν να κουβαλά πάνω της όλο το βάρος του ανθρώπινου πόνου και ταυτόχρονα όλη την ανάγκη για λύτρωση. Ο τρόπος που κοιτά τη μάσκα, ο τρόπος που στέκεται απέναντί της, δημιουργεί μια σκηνή σχεδόν μεταφυσική, σαν να συνομιλεί με το ίδιο του το πεπρωμένο και γιατί σε αναγκάζει να αναρωτηθείς ποια θέση θα είχες εσύ μέσα σε αυτόν τον κόσμο, με ποιους θα στεκόσουν, ποιους θα φοβόσουν, ποιους θα πρόδιδες και ποιους θα τολμούσες να αγαπήσεις.
Η προσέγγιση του Μάνου Καρατζογιάννη πάνω στο ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη, αντιμετωπίζει το έργο ως μια ζωντανή κραυγή για τον άνθρωπο, ως μια βαθιά πολιτική, φιλοσοφική και υπαρξιακή τοιχογραφία που συνομιλεί ευθέως με το σήμερα. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της παράστασης, ότι δεν αναπαριστά απλώς έναν κόσμο περασμένο, αλλά ξεσκεπάζει τον δικό μας κόσμο, με όλες του τις αντιφάσεις, τις βαρβαρότητες, τους φόβους και τις ενοχές.
Ο Καρατζογιάννης διαβάζει τον Καζαντζάκη ως έναν δημιουργό που μιλούσε πρωτίστως για την ανθρώπινη ευθύνη, για τη στιγμή όπου ο άνθρωπος καλείται να αποφασίσει αν θα σταθεί απέναντι στον φόβο ή απέναντι στην αγάπη. Και μέσα από αυτή τη σκηνοθετική προσέγγιση, ο Χριστός ξανασταυρώνεται μετατρέπεται σε μια βαθιά σύγχρονη πολιτική πράξη. Η Λυκόβρυση είναι κάθε κοινωνία που προτιμά την τάξη από τη δικαιοσύνη και τη βολική ησυχία από την αλήθεια. Η άφιξη των προσφύγων στη Λυκόβρυση αποκτά στην παράσταση μια σχεδόν ανατριχιαστική επικαιρότητα. Δεν παρουσιάζεται μόνο ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως μια διαχρονική εικόνα του ανθρώπου που ξεριζώνεται, διώκεται, ταπεινώνεται και έρχεται αντιμέτωπος με το μίσος και την καχυποψία. Ο Καρατζογιάννης δεν αφήνει ούτε στιγμή τον θεατή να νιώσει ασφαλής μέσα στην απόσταση της εποχής, αντίθετα, τον αναγκάζει να καταλάβει πως οι πρόσφυγες του έργου είναι οι πρόσφυγες κάθε εποχής, οι άνθρωποι που στοιβάζονται σήμερα στα σύνορα.
Οι άνθρωποι που αντιμετωπίζονται σαν απειλή επειδή ζητούν απλώς μια γωνιά γης για να ζήσουν και μέσα από αυτή τη ματιά, το έργο αποκτά μια τεράστια ανθρωπιστική δύναμη. Ο Καρατζογιάννης μιλά για την αποτυχία των κοινωνιών να παραμείνουν ανθρώπινες όταν δοκιμάζονται.
Και ακριβώς εκεί γεννιέται η μεγάλη τραγικότητα της παράστασης, οι κάτοικοι της Λυκόβρυσης θέλουν να αναπαραστήσουν τα Πάθη του Χριστού, αλλά δεν αντέχουν να ζήσουν το πραγματικό νόημα του Ευαγγελίου.
Θέλουν τον Χριστό ως έθιμο, όχι ως πράξη, ως παράδοση, όχι ως επανάσταση. Η προσέγγιση του Καρατζογιάννη φωτίζει ακριβώς αυτή τη βαθιά ανθρώπινη υποκρισία, οι άνθρωποι αγαπάνε την θρησκεία αρκεί να μην χρειαστεί ποτέ να ακολουθήσουν την ουσία της και όταν κάποιος τολμήσει να εφαρμόσει πραγματικά την αγάπη, τη συγχώρεση και τη δικαιοσύνη, τότε γίνεται επικίνδυνος.
Ιδιαίτερα σημαντικός στην προσέγγιση του Καρατζογιάννη είναι και ο τρόπος με τον οποίο φωτίζεται η σχέση πίστης και εξουσίας. Ο παπα-Γρηγόρης δεν παρουσιάζεται ως απλώς ένας κακός άνθρωπος, αλλά ως η ενσάρκωση μιας θρησκευτικής εξουσίας που έχει χάσει την ουσία της πίστης και έχει μετατραπεί σε μηχανισμό ελέγχου.
Η θρησκεία, αντί να λειτουργεί ως καταφύγιο αγάπης, γίνεται όπλο φόβου και αποκλεισμού και εδώ η παράσταση αγγίζει ένα από τα βαθύτερα νοήματα του Καζαντζάκη, την αγωνία του απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας που χρησιμοποιεί το όνομα του Θεού για να υπηρετήσει το μίσος και τη βία. Παράλληλα, η παράσταση φωτίζει και τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και τη μάζα.
Ο Καρατζογιάννης παρουσιάζει τη συλλογικότητα όχι ως κάτι αυτονόητα λυτρωτικό, αλλά ως έναν χώρο όπου ο φόβος πολλαπλασιάζεται και γίνεται βία. Η κοινότητα της Λυκόβρυσης λειτουργεί σαν ένας οργανισμός που κατασπαράζει όποιον απειλεί τη συνοχή της και μέσα από αυτή τη διαδικασία αναδεικνύεται η τραγική μοναξιά του ανθρώπου που επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της ηθικής. Ο Μανολιός μένει τελικά μόνος όχι επειδή είναι αδύναμος, αλλά επειδή η αλήθεια είναι πάντοτε μοναχική.
Ο Καρατζογιάννης αναδεικνύει επίσης τον βαθιά υπαρξιακό πυρήνα του έργου. Ο Καζαντζάκης δεν μιλά μόνο για την κοινωνία αλλά και για την αέναη εσωτερική μάχη του ανθρώπου, για την ανάγκη υπέρβασης του φόβου, της ύλης, της ιδιοτέλειας. Η παράσταση φωτίζει αυτή την εσωτερική πάλη με τρόπο σχεδόν μυσταγωγικό, οι ήρωες μοιάζουν να παλεύουν διαρκώς ανάμεσα στη γήινη φύση τους και σε μια βαθύτερη ανάγκη πνευματικής ανύψωσης.
Και αυτή ακριβώς η σύγκρουση κάνει το έργο τόσο σπαρακτικό, γιατί κανείς δεν είναι απόλυτα καλός ή κακός. Όλοι κινούνται μέσα σε μια περιοχή ηθικής αστάθειας, όπου ο φόβος και η αγάπη συγκρούονται αδιάκοπα.
Στην παράσταση, ο λόγος του Καζαντζάκη αποκτά τεράστια σωματικότητα. Δεν ακούγεται σαν λογοτεχνία που απαγγέλλεται, αλλά σαν ένας λόγος που γεννιέται εκείνη τη στιγμή μέσα από πληγωμένα σώματα και εξαντλημένες ψυχές. Ο Καρατζογιάννης καταφέρνει να μετατρέψει τη φιλοσοφία του Καζαντζάκη σε βίωμα, ο θεατής δεν ακούει απλώς ιδέες για τη θυσία, την αγάπη ή τη δικαιοσύνη, τις βλέπει να συντρίβουν ανθρώπους πάνω στη σκηνή.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο συγκλονιστικό νόημα αυτής της προσέγγισης, ότι ο Χριστός δεν ξανασταυρώνεται ως ένα τεράστιο θρησκευτικό σύμβολο, αλλά ως η αιώνια ανθρώπινη κατάσταση, σταυρώνεται κάθε φορά που η ανθρωπιά θεωρείται αδυναμία.
Κάθε φορά που η αγάπη αντιμετωπίζεται σαν απειλή, κάθε φορά που η κοινωνία επιλέγει τον φόβο αντί για τη συμπόνια. Ο Καρατζογιάννης δεν παρουσιάζει έναν κόσμο μακρινό, παρουσιάζει τον δικό μας κόσμο και αυτό είναι που κάνει την παράσταση τόσο σπουδαία, τόσο επώδυνη και τόσο αναγκαία.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Μάνου Καρατζογιάννη στο θέατρο Σταθμός είναι μια εμπειρία που αφήνει ανεξίτηλο αποτύπωμα μέσα στον θεατή, όπου συνεχίζει να υπάρχει μέσα σου, να σε ακολουθεί, να επιστρέφει στη σκέψη σου σαν ανοιχτή πληγή και ταυτόχρονα σαν ανάγκη για φως. Γιατί αυτό που καταφέρνει ο Καρατζογιάννης εδώ δεν είναι απλώς να αναβιώσει το εμβληματικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά να αποκαλύψει τη βαθιά, αμείλικτη επικαιρότητα του.
Ο Χριστός εδώ είναι κάθε άνθρωπος που αρνείται να συμβιβαστεί με τη βία και την αδικία, είναι κάθε άνθρωπος που επιμένει να υπερασπίζεται τον αδύναμο, τον ξένο, τον κυνηγημένο. Και γι’ αυτό ακριβώς γίνεται επικίνδυνος για τον κόσμο γύρω του.
Κι έτσι ο θεατής συνειδητοποιεί σταδιακά κάτι βαθιά οδυνηρό, πως το έργο μιλά για κάθε κοινωνία που οικοδομεί την ασφάλειά της πάνω στον φόβο και τον αποκλεισμό, για κάθε εποχή που εξακολουθεί να σταυρώνει τους ανθρώπους της αγάπης.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται το μεγαλύτερο μεγαλείο αυτής της παράστασης. Στο ότι δεν προσφέρει εύκολη παρηγοριά. Δεν ωραιοποιεί τον άνθρωπο, δεν χαρίζει ψεύτικη αισιοδοξία, αντίθετα, κοιτά κατάματα την ανθρώπινη σκληρότητα, την αδυναμία, την ηθική κατάρρευση. Όμως μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, επιμένει πεισματικά να αναζητά το φως, ένα φως που γεννιέται μέσα από τη θυσία, τη συμπόνια και την ανάγκη του ανθρώπου να παραμείνει άνθρωπος ακόμη κι όταν όλα γύρω του καταρρέουν.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης παραδίδει μια παράσταση τεράστιας καλλιτεχνικής ωριμότητας και σπάνιας πνευματικής δύναμης και με βαθύ σεβασμό στον λόγο του Καζαντζάκη, αλλά και με απόλυτη προσωπική σκηνοθετική ταυτότητα, δημιουργεί ένα έργο που ξεπερνά τα όρια της θεατρικής διασκευής και μετατρέπεται σε ένα σύγχρονο ανθρώπινο μανιφέστο για την αλληλεγγύη, την πίστη και την ευθύνη. Δεν επιχειρεί να διδάξει, επιχειρεί να αφυπνίσει λαι το πετυχαίνει συγκλονιστικά. Φεύγοντας από το θέατρο, ο θεατής δεν κουβαλά απλώς τη συγκίνηση μιας μεγάλης παράστασης, κουβαλά ένα βάρος, ενα ερώτημα, μια αγωνία που δεν φεύγει μένει μέσα του.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σπουδαίο επίτευγμα αυτής της παράσταση, ότι μέσα σε έναν κόσμο ολοένα πιο βίαιο, πιο αδιάφορο και πιο σκοτεινό, τολμά να υπενθυμίσει πως η αληθινή επανάσταση παραμένει ακόμη η αγάπη. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη αυτής της συγκλονιστικής παράστασης, πως φεύγοντας από το θέατρο, δεν κοιτάς πια μόνο τη σκηνή, κοιτάς τον ίδιο τον κόσμο διαφορετικά.
Γιάννης Κουμανιώτης, 24/05/2026
Το οικουμενικό & πάντα ακανθώδες μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη μεταφέρεται στο Θέατρο Σταθμός ολοκληρώνοντας έναν απόλυτα επιτυχημένο κύκλο παραστάσεων,με το ραντεβού να ανανεώνεται για τον προσεχή Οκτώβριο. Μια θεατρική κατάδυση στα ανθρώπινα πάθη & στους μηχανισμούς της εξουσίας, που μετατρέπει το έθιμο σε μια ζωντανή, πολιτική μαρτυρία για το σήμερα.
Στο χωριό Λυκόβρυση,η προετοιμασία για την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού συμπίπτει με την ξαφνική άφιξη ομάδας κατατρεγμένων προσφύγων. Η άρνηση των προεστών & του ιερέα να προσφέρουν βοήθεια, επικαλούμενοι τον φόβο & την απειλή,χωρίζει την κοινότητα στα δύο. Μια χούφτα νέων, με μπροστάρη τον απλό βοσκό Μανολιό,αποφασίζουν να κάνουν πράξη την αληθινή αγάπη & την αλληλεγγύη, μετατρέποντας τον ρόλο τους σε μια υπαρξιακή πορεία θυσίας. Μια προσεγμένη & ιδιοφυώς στημένη θεατροποίηση που καταφέρνει να χωρέσει έναν λογοτεχνικό όγκο σε μια συμπαγή σκηνική γλώσσα, αποφεύγοντάς τον κίνδυνο μιας μουσειακής ανάγνωσης. Αν & πρόκειται για μια απαιτητική σε διάρκεια ροή(2 ώρες & 10 λεπτά χωρίς διάλειμμα),η οποία δοκιμάζει τις αντοχές & την προσήλωση της πλατείας, το αποτέλεσμα σε αποζημιώνει με τη διαχρονική δύναμη των μηνυμάτων του. Ο Μάνος Καρατζογιάννης υπογράφει μια εύστοχη & λιτή σκηνοθεσία με έντονη πολιτική πρόθεση, επενδύοντας στη δύναμη του συνόλου & στην τελετουργική διάσταση. Από τα πιο ευφυή σκηνικά ευρήματα είναι το μεγάλο ξύλινο δοκάρι που παραμένει διαρκώς επί σκηνής, αλλάζοντας κάθε φορά λειτουργία & συμβολισμό. Άλλοτε γίνεται όριο ανάμεσα στους χωρικούς & τους πρόσφυγες, άλλοτε εμπόδιο,σημείο εξουσίας ή απειλής, μέχρι τη στιγμή που μετατρέπεται στο ίδιο το ξύλο της σταύρωσης του Μανολιού. Ένα σκηνικό αντικείμενο που κουβαλά αθόρυβα όλη τη βία, τον διαχωρισμό & τελικά τη θυσία που διαπερνά το έργo. Η κινησιολογία της Ζωής Χατζηαντωνίου & η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη λειτουργούν σαν μια διαρκής υπόγεια προσευχή,δημιουργώντας μια παράσταση που συχνά μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στο λαϊκό τελετουργικό & την ποιητική μνήμη ενός αρχαίου χορικού.
TheaterMindGr, 27/05/2026
Ο Μάνος Καρατζογιάννης έκανε πάλι το μεγάλο βήμα και ανέβασε ένα τεράστιο έργο στην σκηνή του θεάτρου Σταθμός. Tο επικό μυθιστόρημα του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη επανατοποθετεί την ουσία του μηνύματος του Ευαγγελίου στην καρδιά της εποχής μας. Έγινε διαχρονικά οικουμενικός συμβολισμός της ανυπαρξίας κοινωνικής δικαιοσύνης και της απουσίας ανθρώπινης αγάπης. Βασικά η επιλογή του έργου, αλλά και η παράσταση του Μάνου Καρατζογιάννη είναι σταθμός στα ιστορικά. Μπόρεσε και χώρεσε όλον τον κόσμο του Καζαντζάκη σε μια κανονική σκηνή θεάτρου, ένα έργο που θα φιλοξενούνταν άριστα σε μια μεγάλη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ή της Στέγης. Όμως όχι, σε μια συμβατική σκηνή έστησε με επιτυχία την παράστασή του, απέδωσε εντελώς το κλίμα της εποχής, καθήλωσε το κοινό του και έδωσε την ευκαιρία για υπέροχες ερμηνείες. (…) Η παράσταση έχει επική βαρύτητα με νεανικό βλέμμα και δυναμική. Οι ήρωες αποκτούν υπόσταση επί σκηνής. Το έργο στήνεται μπροστά στους θεατές, ένας ολόκληρος κόσμος προβάλλει στην σκηνή του Θεάτρου Σταθμός. Την κίνηση επιμελήθηκε η Ζωή Χατζηαντωνίου. Σημαντικές οι σιωπές, τα βλέμματα, τα όσα δεν λέγονται και υπονοούνται. Ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» του Καμύ, ο Μανολιός- Μάνος Καρατζογιάννης αποκτά υπόσταση μπροστά στα μάτια των θεατών και τους καλεί να συνταχθούν μαζί του. Είναι μονόδρομος. Υποστηρικτική και απόλυτα λειτουργική η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη, μιλά απευθείας στο συναίσθημα του θεατή και επικαλείται τη συλλογική μνήμη. Κατανυκτικοί επίσης οι φωτισμοί του Λάμπρου Παπούλια, έδωσαν τη βαρύτητα που απαιτούνταν χωρίς να υποκύπτουν σε μικρά θρησκευτικά μηνύματα και δομές. Το έργο είναι φιλοσοφικό με βαθύ προβληματισμό για τη συνέχεια αυτού του κόσμου. «Δεν μας δώσαν το καλό, το δίκαιο όμως θα το πάρουμε με το σπαθί μας.» Άδικος είναι ο κόσμος, οι τσαλαπετεινοί, οι κακοί καλοπερνούν, όμως δεν θα πάει μακριά αυτός ο κόσμος θα αλλάξει. Θα κάνει ξαστεριά, όπως ακούγεται από τα βουνά της Κρήτης και από τη βαθιά ψυχή του Μάνου Καρατζογιάννη, που έλκει τη μισή του καταγωγή από το νησί αυτό και με αυτόν τον στόχο νομίζω ότι διασκεύασε και σκηνοθέτησε αυτό το έργο. Μια καταπληκτική παράσταση συνόλου, ενός εμβληματικού έργου, που ευχόμαστε να συνεχιστεί και την επόμενη χρονιά και, που κανένας δεν πρέπει να χάσει.
Ταυτότητα παράστασης
Διασκευή – σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης
Ερμηνεύουν (αλφαβητικά): Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Μάνος Καρατζογιάννης, Πάνος Κούλης, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Έλενα Μαυρίδου, Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς, Στράτος Χρήστου
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική: Γιώργος Μαυρίδης
Σκηνικά: Ναταλία Αστυπαλίτη, Δήμητρα Σαρρή
Κοστούμια: Δήμητρα Σαρρή, Βασιλική Σύρμα
Σχεδιασμός φωτισμών: Λάμπρος Παπούλιας
Κατασκευή μασκών: Μάρθα Φωκά
Βίντεο: Μάριος Γαμπιεράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Βίντεο προώθησης: Ηλίας Μόσχοβας
Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός – Θέατρο, ΚΑΛΥΨΩ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΜΙΚΕ
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα
Με την υποστήριξη του Μουσείου Καζαντζάκη
Η παράσταση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα και με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού
Πληροφορίες
Πρεμιέρα: Σάββατο 28 Μαρτίου, στις 21:00
Παραστάσεις: Κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 18:00
Επιπλέον παραστάσεις: Μεγάλη Δευτέρα, Μεγάλη Τρίτη και Μεγάλη Τετάρτη στις 20:30
Εισιτήρια:
Κανονικό: 17€
Φοιτητικό: 15€
Μειωμένο (άνω των 65, ανέργων, ΑμεΑ) και ομαδικό (15 άτομα+): 12€
Ατέλεια: 10€
Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/o-xristos-ksanastauronetai/
Διάρκεια: 130 λεπτά
Χώρος: Θέατρο Σταθμός, Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο, Αθήνα (πλησίον του Μετρό Μεταξουργείο)
Τηλέφωνο κρατήσεων / πληροφοριών: 210 52 30 267